Όταν σκεφτόμαστε τον Αριστοτέλη, τον φανταζόμαστε συνήθως ως τη μορφή του μεγάλου στοχαστή που περπατούσε στους διαδρόμους του Λυκείου συζητώντας για τη Λογική, τη Φυσική ή την Ηθική. Λίγοι γνωρίζουν, όμως, ότι έχει διασωθεί ένα σπάνιο και εξαιρετικά προσωπικό κείμενο: η διαθήκη του — ένα έγγραφο που μας δείχνει όχι τον φιλόσοφο, αλλά τον άνθρωπο, τον πατέρα, τον σύντροφο και τον εργοδότη.
Πώς σώθηκε η διαθήκη
Η διαθήκη του Αριστοτέλη διασώθηκε χάρη στον Διογένη Λαέρτιο, τον βιογράφο των αρχαίων φιλοσόφων που έζησε περίπου πέντε αιώνες μετά τον θάνατο του Σταγειρίτη. Στο πέμπτο βιβλίο του έργου του «Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων», ο Διογένης παραθέτει το πλήρες κείμενο της διαθήκης, μαζί με άλλες διαθήκες μελών της περιπατητικής σχολής. Το γεγονός ότι διασώθηκε ολόκληρη —κάτι σπάνιο για έγγραφα αυτού του είδους από την κλασική αρχαιότητα— την καθιστά ανεκτίμητη πηγή για την ιδιωτική ζωή ενός από τους σημαντικότερους στοχαστές της ιστορίας.
Ο Αριστοτέλης έγραψε τη διαθήκη του λίγο πριν φύγει από την Αθήνα για τη Χαλκίδα της Εύβοιας, το 323 π.Χ., όταν αντιμετώπιζε κατηγορίες για ασέβεια — κατηγορίες που πολλοί ιστορικοί θεωρούν πολιτικά υποκινούμενες, λόγω των δεσμών του με τη μακεδονική βασιλική οικογένεια, μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πέθανε στη Χαλκίδα έναν χρόνο αργότερα.
Ο εκτελεστής και η φροντίδα της οικογένειας
Στη διαθήκη, ο Αριστοτέλης ορίζει ως γενικό εκτελεστή τον Αντίπατρο, τον ισχυρό Μακεδόνα στρατηγό και πρώην συμμαθητή του στην Ακαδημία του Πλάτωνα. Μέχρι να αναλάβει πλήρως ο υιοθετημένος γιος του, Νικάνωρ, μια ομάδα έμπιστων προσώπων —μεταξύ των οποίων και ο μαθητής και διάδοχός του στο Λύκειο, Θεόφραστος— αναλαμβάνει να φροντίσει τα παιδιά και την περιουσία του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η μέριμνα για την κόρη του, την Πυθιάδα τη νεότερη. Ο Αριστοτέλης ορίζει ότι, όταν ενηλικιωθεί, θα παντρευτεί τον Νικάνωρ, ο οποίος θα αναλάβει τον ρόλο του κηδεμόνα της — «σαν να ήταν και πατέρας και αδερφός της», όπως αναφέρεται στο κείμενο. Προβλέπει μάλιστα εναλλακτικές διευθετήσεις σε περίπτωση που κάτι συμβεί στον Νικάνωρ πριν ολοκληρωθεί ο γάμος, δείχνοντας μια σχολαστική, σχεδόν νομική, πρόνοια για κάθε πιθανό ενδεχόμενο.
Η φροντίδα για τη Ερπυλλίδα και το αίτημα για την Πυθιάδα
Μια από τις πιο ανθρώπινες πτυχές της διαθήκης αφορά τη σύντροφό του, την Ερπυλλίδα, μητέρα του γιου του Νικομάχου (στον οποίο ο Αριστοτέλης αφιέρωσε αργότερα το έργο του «Ηθικά Νικομάχεια»). Παρότι δεν ήταν νόμιμη σύζυγός του, ο Αριστοτέλης της αφήνει σημαντική περιουσία —συμπεριλαμβανομένου αργυρίου, δούλων και οικίας στη Χαλκίδα ή στα Στάγειρα, ανάλογα με την επιλογή της— και ζητά ρητά από τους εκτελεστές να τη βοηθήσουν να παντρευτεί «κάποιον άξιο», αν το επιθυμεί.
Παράλληλα, σε μια από τις πιο συγκινητικές διατάξεις του κειμένου, ζητά τα οστά της νόμιμης συζύγου του, Πυθιάδας, που είχε πεθάνει χρόνια νωρίτερα, να μεταφερθούν και να ταφούν μαζί με τα δικά του, «όπως εκείνη είχε ζητήσει». Η λεπτομέρεια αυτή αποκαλύπτει μια βαθιά, μακρόχρονη στοργή που ο φιλόσοφος διατήρησε ακόμη και χρόνια μετά τον θάνατο της συζύγου του.
Πρόνοια για τους δούλους
Ένα ακόμη σημείο που εκπλήσσει τους σύγχρονους αναγνώστες είναι η λεπτομερής μέριμνα του Αριστοτέλη για τους δούλους του οικογενειακού νοικοκυριού. Ορίζει συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, δώρα και, σε αρκετές περιπτώσεις, την απελευθέρωσή τους — είτε άμεσα είτε όταν φτάσουν σε «κατάλληλη ηλικία». Ζητά ρητά να μην πουληθεί κανείς από όσους τον υπηρέτησαν προσωπικά, αλλά να συνεχίσουν να απασχολούνται και τελικά να απελευθερωθούν όταν το αξίζουν. Η στάση αυτή δεν αναιρεί, φυσικά, το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, όπως όλοι σχεδόν οι άνδρες της τάξης του στην κλασική Αθήνα, θεωρούσε τη δουλεία θεσμό φυσικό και αποδεκτό — κάτι που υποστήριξε και θεωρητικά στα «Πολιτικά» του. Ωστόσο, η ατομική, ονομαστική φροντίδα για συγκεκριμένα πρόσωπα δείχνει μια σχέση λιγότερο απρόσωπη απ’ όσο θα περίμενε κανείς.
Αναθήματα και μνήμη
Η διαθήκη κλείνει με οδηγίες για την ανέγερση αναθηματικών αγαλμάτων — για τον Νικάνωρα, για φίλους και συγγενείς, καθώς και για την ολοκλήρωση ενός αγάλματος της Δήμητρας αφιερωμένου στη μητέρα του. Ζητά επίσης να στηθούν λίθινα αγάλματα προς τιμήν του Δία και της Αθηνάς Σωτείρας στα Στάγειρα, εκπληρώνοντας ένα τάμα του, επειδή ο Νικάνωρ είχε επιστρέψει σώος από κάποιο ταξίδι ή εκστρατεία.
Γιατί έχει σημασία σήμερα
Η διαθήκη του Αριστοτέλη δεν προσφέρει νέες φιλοσοφικές θέσεις ούτε αλλάζει την εικόνα του ως στοχαστή. Αυτό ακριβώς όμως είναι που την κάνει ξεχωριστή: μας δείχνει έναν άνθρωπο μέσα στο πλαίσιο της εποχής του — με έγνοιες για την οικογένειά του, στοργή για ανθρώπους εκτός των τυπικών κοινωνικών δομών, σχολαστικότητα στη διαχείριση της περιουσίας του, αλλά και τους περιορισμούς και τις αντιφάσεις της κοινωνίας στην οποία έζησε. Είναι ένα σπάνιο παράθυρο στην ιδιωτική ζωή ενός ανθρώπου που, στη δημόσια σφαίρα, έμελλε να διαμορφώσει τη δυτική σκέψη για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια.
