Η Τέχνη της Υπόσχεσης που Δεν Κρατά
Υπάρχει μια στιγμή, λίγο πριν ή λίγο μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση, όπου ο πολίτης νιώθει το ίδιο πράγμα: πως κάτι του υποσχέθηκαν και κάτι εντελώς διαφορετικό παρέλαβε. Δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο, ούτε προνόμιο κάποιας συγκεκριμένης ιδεολογίας ή χώρας. Είναι, ίσως, το πιο διαχρονικό χαρακτηριστικό της εξουσίας — η απόσταση ανάμεσα στα λόγια που ειπώθηκαν για να πειστεί ο πολύς κόσμος και στις πράξεις που ακολούθησαν όταν πια δεν χρειαζόταν η ψήφος του.
Μια συνήθεια παλιά όσο η ίδια η δημοκρατία
Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τη μετάβαση από τον Περικλή στους διαδόχους του, σημείωνε κάτι που ακούγεται εκπληκτικά σύγχρονο: ενώ ο Περικλής καθοδηγούσε το πλήθος λέγοντάς του και δυσάρεστες αλήθειες, οι επόμενοι ηγέτες, με χαρακτηριστικότερο τον Κλέωνα, έμαθαν να το κολακεύουν, προσαρμόζοντας τα λόγια τους στο τι ήθελε να ακούσει ο λαός και όχι σε αυτό που χρειαζόταν να γνωρίζει. Από εκεί προέρχεται και η ίδια η λέξη «δημαγωγός»: όχι απλώς κάποιος που μιλά στο πλήθος, αλλά κάποιος που το οδηγεί προς όφελος του εαυτού του και όχι της πόλης.
Η πιο τραγική απόδειξη αυτής της δυναμικής ήρθε το 415 π.Χ., όταν ο Αλκιβιάδης έπεισε την αθηναϊκή Εκκλησία του Δήμου να εγκρίνει τη Σικελική Εκστρατεία, υποσχόμενος εύκολη νίκη και πλούτο, ενώ οι πραγματικές δυνατότητες κατάκτησης των Συρακουσών ήταν εξαιρετικά αμφίβολες. Ο Νικίας προσπάθησε να αποτρέψει την εκστρατεία περιγράφοντας ρεαλιστικά το μέγεθος του εγχειρήματος, αλλά η περιγραφή του λειτούργησε αντίστροφα: το πλήθος ενθουσιάστηκε ακόμη περισσότερο. Η εκστρατεία κατέληξε σε ολοκληρωτική καταστροφή, με τον στρατό και τον στόλο της Αθήνας να αφανίζονται, γεγονός που επιτάχυνε την τελική ήττα της πόλης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Η υπερβολική υπόσχεση δεν ήταν εδώ απλώς ρητορικό τέχνασμα· ήταν το σπέρμα μιας εθνικής καταστροφής.
Στη Ρώμη, η τακτική του «άρτου και θεαμάτων» δεν ήταν απλώς διασκέδαση· ήταν μέθοδος απόσπασης της προσοχής από ζητήματα εξουσίας και ανισότητας, ώστε ο λαός να παραμένει ικανοποιημένος με το λιγότερο δυνατό ενώ οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονταν αλλού.
Μια τυπολογία της πολιτικής εξαπάτησης
Πριν περάσουμε σε συγκεκριμένα παραδείγματα, αξίζει να διακρίνουμε τις μορφές που παίρνει η εξαπάτηση, γιατί δεν είναι όλες ίδιες:
- Το κατασκευασμένο περιστατικό: γεγονότα που παρουσιάζονται διαφορετικά από ό,τι πραγματικά συνέβησαν, για να δικαιολογήσουν μια απόφαση που έχει ήδη ληφθεί.
- Η συγκάλυψη: μια πράξη που έχει ήδη γίνει και κρύβεται, με αυξανόμενο κόστος καθώς η προσπάθεια απόκρυψης μεγαλώνει.
- Η υπερβολική υπόσχεση: μια δέσμευση που δίνεται γνωρίζοντας —ή αγνοώντας επιδεικτικά— ότι δεν μπορεί να τηρηθεί.
- Η δικαιολογία εκ των υστέρων: μια απόφαση που στηρίζεται σε στοιχεία τα οποία αργότερα αποδεικνύονται λανθασμένα, με ανοιχτό το ερώτημα αν επρόκειτο για σκόπιμη παραπλάνηση ή γνήσιο λάθος εκτίμησης.
Τα ιστορικά παραδείγματα που ακολουθούν καλύπτουν και τις τέσσερις κατηγορίες.
Τέσσερα επεισόδια που έδειξαν τι συμβαίνει όταν αποκαλύπτεται το ψέμα
Ο κόλπος του Τονκίν (Αύγουστος 1964). Η κυβέρνηση Johnson παρουσίασε στο Κογκρέσο δύο, υποτίθεται αδιαμφισβήτητες, επιθέσεις βορειοβιετναμέζικων τορπιλακάτων εναντίον αμερικανικών αντιτορπιλικών. Η δεύτερη επίθεση ήταν στην πραγματικότητα αμφίβολη έως ανύπαρκτη — κάτι που ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας Robert McNamara γνώριζε σε μεγάλο βαθμό, όπως έδειξαν αργότερα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα. Το Κογκρέσο ψήφισε σχεδόν ομόφωνα το «Ψήφισμα του Τονκίν», δίνοντας στον πρόεδρο ανοιχτή εξουσιοδότηση για στρατιωτική κλιμάκωση. Ακολούθησε πλήρης εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, με πάνω από 58.000 νεκρούς Αμερικανούς και εκατομμύρια Βιετναμέζους. Η αργοπορημένη αποκάλυψη της αλήθειας τροφοδότησε το αντιπολεμικό κίνημα και οδήγησε το 1973 στον Νόμο περί Πολεμικών Εξουσιών, που περιόρισε τη δυνατότητα ενός προέδρου να εμπλέκει μονομερώς τη χώρα σε πόλεμο.
Το Watergate (1972-1974). Μια φαινομενικά ασήμαντη διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος εξελίχθηκε σε συνταγματική κρίση όταν αποδείχθηκε πως ο πρόεδρος Richard Nixon είχε προσωπικά συντονίσει την προσπάθεια συγκάλυψης, ενώ δημόσια αρνιόταν κάθε εμπλοκή. Η αποκαλυπτική «ταινία-όπλο καπνίζοντος πιστολιού» έδειξε τον Nixon να ζητά από τη CIA να εμποδίσει την έρευνα του FBI. Στις 8 Αυγούστου 1974 ο Nixon έγινε ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ που παραιτήθηκε, για να αποφύγει σχεδόν βέβαιη παύση από τη Γερουσία. Εξήντα εννέα άνθρωποι κατηγορήθηκαν, ανάμεσά τους ο υπουργός Δικαιοσύνης John Mitchell, που εξέτισε ποινή φυλάκισης. Η υπόθεση άφησε πίσω της κάτι πιο μόνιμο από την πτώση ενός πολιτικού: το επίθημα «-gate» έγινε έκτοτε συνώνυμο κάθε πολιτικής συγκάλυψης, και μια γενιά Αμερικανών έμαθε να αντιμετωπίζει τις επίσημες διαβεβαιώσεις με καχυποψία.
Η υπόθεση Ιράν-Κόντρα (1985-1987). Η κυβέρνηση Reagan πωλούσε κρυφά όπλα στο Ιράν —μια χώρα υπό εμπάργκο— υποτίθεται για να απελευθερωθούν Αμερικανοί όμηροι στον Λίβανο, ενώ ταυτόχρονα διοχέτευε τα κέρδη για να χρηματοδοτήσει παράνομα τους αντάρτες Contras στη Νικαράγουα, παρακάμπτοντας ρητή απαγόρευση του Κογκρέσου. Όταν το σκάνδαλο αποκαλύφθηκε τον Νοέμβριο του 1986, ο Reagan αρνήθηκε αρχικά δημόσια κάθε ανάμιξη σε ανταλλαγή «όπλα για ομήρους», δήλωση που αναγκάστηκε να ανακαλέσει μια εβδομάδα αργότερα. Δεκατέσσερις αξιωματούχοι κατηγορήθηκαν, όμως οι περισσότεροι χαρίστηκαν αργότερα με προεδρικές χάρες. Ο ίδιος ο δημοσιογραφικός όρος «μετα-αλήθεια» εντοπίζεται σε δοκίμιο του 1992 που αναφερόταν ακριβώς σε αυτή την υπόθεση: τη στιγμή, δηλαδή, που η κοινή γνώμη φάνηκε να αποδέχεται πως η κυριολεκτική αλήθεια είχε πάψει να είναι προαπαιτούμενο της πολιτικής αξιοπιστίας.
Τα «όπλα μαζικής καταστροφής» στο Ιράκ (2002-2003). Η δικαιολόγηση της εισβολής βασίστηκε σε ισχυρισμούς περί ενεργών προγραμμάτων όπλων μαζικής καταστροφής, ισχυρισμούς που αποδείχθηκαν εσφαλμένοι μετά την εισβολή. Το αν επρόκειτο για σκόπιμη παραπλάνηση ή για γνήσια αποτυχία των υπηρεσιών πληροφοριών παραμένει αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ ιστορικών και αναλυτών, ανάλογα και με την πολιτική τους οπτική. Ό,τι κι αν ίσχυε, το αποτέλεσμα ήταν μακροχρόνιος πόλεμος, δεκάδες χιλιάδες θύματα και μια βαθιά ρωγμή στην εμπιστοσύνη του κοινού απέναντι σε κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί εθνικής ασφάλειας.
Και τα τέσσερα παραδείγματα μοιράζονται μια δομή: μια αρχική, βολική εκδοχή των γεγονότων· μια περίοδο όπου η εκδοχή αυτή κρατά επειδή κανείς δεν έχει τα μέσα ή τη θέληση να την αμφισβητήσει επίσημα· και μια στιγμή ρήξης, συνήθως μέσω δημοσιογραφίας, θεσμικού ελέγχου ή απλά της ίδιας της πραγματικότητας, όπου η απόσταση ανάμεσα στα λεγόμενα και στα γεγονότα γίνεται πια αδύνατο να κρυφτεί.
Γιατί συνεχίζει να συμβαίνει
Το ερώτημα δεν είναι αν οι πολιτικοί λένε ψέματα· είναι γιατί το σύστημα τούς επιτρέπει, ακόμη και τους ανταμείβει, όταν το κάνουν. Τέσσερις λόγοι ξεχωρίζουν:
- Η μνήμη του εκλογικού σώματος είναι βραχύχρονη. Οι κρίσεις ξεχνιούνται ταχύτερα από όσο διαρκούν οι θητείες· ο Reagan, για παράδειγμα, ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος της δημοτικότητάς του πριν καν ολοκληρώσει τη θητεία του.
- Η ευθύνη διαχέεται. Στο Ιράν-Κόντρα, η ανεξάρτητη έρευνα κατέληξε ότι ο πρόεδρος «δημιούργησε τις συνθήκες» για το έγκλημα χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί προσωπική εμπλοκή — ένα μοτίβο θεσμικής ασάφειας που επιτρέπει σε κανέναν να μη φέρει πλήρως την ευθύνη.
- Η πολυπλοκότητα λειτουργεί ως άλλοθι. Είναι εύκολο να πεις «οι συνθήκες άλλαξαν» ή «η πληροφορία ήταν εσφαλμένη» όταν ο πολίτης δεν έχει τα εργαλεία να ελέγξει αν αυτό ισχύει πραγματικά.
- Η ίδια η αποκάλυψη γίνεται κάποιες φορές θέαμα. Οι τηλεοπτικές ακροάσεις για το Ιράν-Κόντρα, αντί να καταδικάσουν τους εμπλεκόμενους, επέτρεψαν σε ανθρώπους όπως ο Oliver North να παρουσιαστούν ως πατριώτες που θυσιάστηκαν για την πατρίδα — απόδειξη ότι ακόμη και η ίδια η διαδικασία λογοδοσίας μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό θέατρο.
Τι μένει, τελικά
Η ιστορία δεν προσφέρει παρηγοριά με την έννοια ότι «όλα θα φτιάξουν». Προσφέρει, όμως, κάτι πιο χρήσιμο: την επίγνωση ότι η κοροϊδία των πολιτών δεν είναι εκτροπή αλλά μόνιμος πειρασμός της εξουσίας, ανεξάρτητα από εποχή, καθεστώς ή ιδεολογία. Το μόνο αντίδοτο που έχει αποδειχθεί ιστορικά έστω μερικώς αποτελεσματικό δεν είναι η ελπίδα σε «καλύτερους» πολιτικούς, αλλά η επιμονή θεσμών, ανεξάρτητου τύπου και ενημερωμένων πολιτών στην απαίτηση για λογοδοσία. Όχι μία φορά, στις κάλπες, αλλά καθημερινά, και κυρίως πριν αποφασιστεί κάτι αμετάκλητο.
Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει τόσο από όσους λένε ψέματα, όσο από όσους σταματούν να τα ελέγχουν.

