Ένας φιλόσοφος στις γραμμές του στρατού
Ο Σωκράτης δεν πέρασε τη ζωή του μόνο στην αγορά, συζητώντας για την αρετή και τη γνώση. Ως πολίτης της Αθήνας, είχε υποχρέωση να υπηρετήσει ως οπλίτης όποτε η πόλη τον καλούσε — και το έκανε, τουλάχιστον τρεις φορές, σε κάποιες από τις πιο σκληρές συγκρούσεις του Πελοποννησιακού Πολέμου: στην Ποτίδαια (432 π.Χ.), στη Δήλιο (424 π.Χ.) και στην Αμφίπολη (422 π.Χ.). Ήταν τότε ένας άνδρας μέσης ηλικίας, γύρω στα 38 με 48 χρόνια — αρκετά μεγάλος για τα δεδομένα ενός βαριά οπλισμένου πεζού.
Οι πληροφορίες που έχουμε γι’ αυτή την πλευρά της ζωής του δεν προέρχονται από στρατιωτικά χρονικά, αλλά από τους ίδιους τους μαθητές του: τον Πλάτωνα, κυρίως μέσα από το Συμπόσιον και τον Λάχη, καθώς και από αναφορές στην Απολογία, όπου ο ίδιος ο Σωκράτης επικαλείται τη στρατιωτική του θητεία απέναντι στους δικαστές του.
Η πολιορκία της Ποτίδαιας
Η εκστρατεία στην Ποτίδαια ήταν μακρά και επίπονη· η πόλη πολιορκήθηκε επί μήνες, με τους Αθηναίους στρατιώτες να υποφέρουν από κρύο και στερήσεις. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η πρώτη μαρτυρία για την αντοχή του Σωκράτη: ο Αλκιβιάδης, στο Συμπόσιον, θυμάται πώς ο φιλόσοφος άντεχε την κακουχία καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον στον στρατό. Σε μια περίοδο σκληρού παγετού, όταν οι υπόλοιποι στρατιώτες τυλίγονταν σε στρώσεις ρούχων και υποδημάτων, ο Σωκράτης βάδιζε ξυπόλητος πάνω στον πάγο — κάτι που, σύμφωνα με τον Αλκιβιάδη.
Το πιο δραματικό επεισόδιο, όμως, αφορά τη μάχη καθαυτή. Ο Αλκιβιάδης, τότε νεαρός αξιωματικός, τραυματίστηκε βαριά και βρέθηκε αβοήθητος στο πεδίο, έχοντας χάσει την πανοπλία του. Ο Σωκράτης, αντί να υποχωρήσει, στάθηκε πάνω από το σώμα του και τον υπερασπίστηκε, καταφέρνοντας τελικά να τον απομακρύνει σώο μαζί με τον οπλισμό του. Όταν αργότερα οι στρατηγοί σκέφτηκαν να απονείμουν το «βραβείο ανδρείας» —τιμή που συνήθως συνδεόταν και με πολιτικό κύρος— ο Σωκράτης αρνήθηκε να το δεχτεί, προτείνοντας να δοθεί στον Αλκιβιάδη λόγω της καταγωγής και της θέσης του. Ο ίδιος ο Αλκιβιάδης, σύμφωνα με την αφήγηση, διαμαρτυρήθηκε στους στρατηγούς ζητώντας η τιμή να πάει στον πραγματικό σωτήρα του, χωρίς αποτέλεσμα.
Η άτακτη υποχώρηση από τη Δήλιο
Οκτώ χρόνια αργότερα, στη μάχη της Δηλίου, οι Αθηναίοι υπέστησαν βαριά ήττα και ο στρατός διαλύθηκε σε άτακτη φυγή. Είναι ακριβώς σε στιγμές πανικού που η ψυχραιμία γίνεται πολύτιμη — και εδώ εντοπίζεται η δεύτερη μεγάλη μαρτυρία για τον Σωκράτη-στρατιώτη.
Στον διάλογο Λάχης, ο ομώνυμος στρατηγός περιγράφει από πρώτο χέρι πώς είδε τον Σωκράτη να υποχωρεί μαζί με τον ίδιο, με βήμα σταθερό, χωρίς πανικό, ενώ γύρω τους ο στρατός κατέρρεε. Ο Αλκιβιάδης, που αυτή τη φορά παρακολουθούσε έφιππος και επομένως με λιγότερο φόβο, δίνει στο Συμπόσιον μια εντυπωσιακή περιγραφή: η στάση του Σωκράτη ήταν τόσο ήρεμη και επιβλητική, το βλέμμα του τόσο ατάραχο καθώς κοιτούσε γύρω, εκτιμώντας φίλους και εχθρούς, που κανείς εχθρός δεν τόλμησε να τον πλησιάσει. Οι διώκτες προτίμησαν να κυνηγήσουν όσους έτρεχαν πανικόβλητοι, αφήνοντας στην άκρη τον άνδρα που δεν έδειχνε φόβο.
Ο στρατηγός Λάχης, που είχε ξεπεζέψει και βρισκόταν σε κίνδυνο, φέρεται να περπάτησε προστατευμένος στο πλευρό του Σωκράτη κατά την υποχώρηση, και αργότερα εξέφρασε ανοιχτά τον θαυμασμό του για τη γενναιότητα που είχε δείξει εκείνη τη μέρα.
Γιατί έχει σημασία
Τα επεισόδια αυτά δεν είναι απλώς πολεμικές ανέκδοτες ιστορίες. Για τον ίδιο τον Σωκράτη, όπως τα παρουσιάζει στην Απολογία του, αποτελούν μέρος ενός ενιαίου ήθους: το ίδιο καθήκον που τον κράτησε στη γραμμή της μάχης, παρά τον κίνδυνο θανάτου, ήταν —κατά τη δική του λογική— το ίδιο καθήκον που τον κράτησε στη φιλοσοφία μπροστά στο δικαστήριο, παρά τον κίνδυνο της καταδίκης. Η ψυχραιμία στο πεδίο της μάχης και η αταραξία απέναντι στους κατηγόρους του δεν ήταν, γι’ αυτόν, δύο διαφορετικές αρετές, αλλά μία.

