Το δικαίωμα Σαμαρά και ο «φόβος» του Μαξίμου

7 Ιουλίου 2026

Υπάρχει ένα ερώτημα που, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το αποφύγουν, δεν λύνεται με ανακοινώσεις κυβερνητικού εκπροσώπου: έχει δικαίωμα ένας πρώην πρωθυπουργός, διαγραμμένος εδώ και δύο χρόνια από το κόμμα που ο ίδιος κάποτε ηγήθηκε, να φτιάξει τη δική του πολιτική στέγη; Η απάντηση, σε οποιαδήποτε δημοκρατία, είναι προφανής: φυσικά και έχει. Το ενδιαφέρον δεν είναι το αν μπορεί —αυτό δεν συζητιέται καν— αλλά το γιατί η απλή πιθανότητα φαίνεται να προκαλεί τέτοιο νευρικό σαματά στο Μέγαρο Μαξίμου.

Μια διαγραφή για… λόγια

Ας θυμηθούμε πώς έφτασε ως εδώ ο Αντώνης Σαμαράς. Δεν διαγράφηκε επειδή ίδρυσε κόμμα, ούτε επειδή προσχώρησε αλλού. Διαγράφηκε τον Νοέμβριο του 2024 εξαιτίας μιας συνέντευξης, στην οποία σχολίασε πως η κυβέρνηση «χαριεντίζεται» με τον Ερντογάν. Είχαν βέβαια προηγηθεί και άλλες δηλώσεις αντίθεσης σε πολιτικές. Λόγια. Άποψη. Το είδος της πολιτικής διαφωνίας που σε ένα άλλο κόμμα ή με άλλα πρόσωπα ίσως θα προκαλούσε συζήτηση — όχι σίγουρο αφορισμό.

Το ίδιο το γεγονός ότι η κυβέρνηση σήμερα συνδέει τη δικαίωση της διαγραφής με το αν ο Σαμαράς θα κάνει ή δεν θα κάνει κόμμα, αποκαλύπτει κάτι παράδοξο: αν η διαγραφή ήταν σωστή εξαρχής, δεν θα έπρεπε να χρειάζεται μια μελλοντική ενέργεια του διαγραμμένου για να «δικαιωθεί». Είτε ήταν σωστή τότε, είτε δεν ήταν. Το να λες «αν κάνει κόμμα, θα αποδειχθεί ότι είχαμε δίκιο» είναι σαν να λες «θα δούμε αν είχαμε δίκιο ανάλογα με το πώς θα αντιδράσει το θύμα». Δεν είναι επιχείρημα νομιμοποίησης· είναι απόπειρα εκ των υστέρων δικαιολόγησης.

Ο ίδιος ο Σαμαράς το είπε καλύτερα

Απαντώντας στον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, ο Σαμαράς σχολίασε καυστικά ότι το επιχείρημα του θυμίζει «επιχειρήματα προέδρου Εδεσσαϊκού» — μια σαρκαστική υποβάθμιση που καταδεικνύει πόσο επιπόλαιο του φάνηκε το σκεπτικό της κυβέρνησης. Και δεν σταμάτησε εκεί: υπενθύμισε πως είχε προειδοποιήσει τη ΝΔ για σειρά επιλογών —από τον γάμο των ομοφύλων μέχρι τα εθνικά θέματα και τη στήριξη των μικρομεσαίων— λέγοντας χαρακτηριστικά πως το κόμμα «από το 40% έφτασε στο 20%» επειδή αγνόησε τις συμβουλές του.

Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με τις θέσεις του Σαμαρά επί της ουσίας, το επιχείρημά του έχει μια εσωτερική συνέπεια: αν κάποιος προειδοποιεί εγκαίρως, διαφωνεί δημόσια, και στη συνέχεια διαγράφεται γι’ αυτό, το να ιδρύσει αργότερα δικό του πολιτικό φορέα δεν είναι εκδίκηση — είναι η φυσιολογική συνέχεια μιας πολιτικής διαδρομής που του στερήθηκε ο χώρος να εκφραστεί εντός του κόμματος.

«Φοβάται» το Μαξίμου;

Αν επρόκειτο για ασήμαντο περιστατικό, δεν θα χρειαζόταν κυβερνητικός εκπρόσωπος να απαντά επανειλημμένα, ούτε θα σήμαινε «συναγερμό» στο Μαξίμου το γεγονός ότι ο Σαμαράς δείπνησε με τρεις βουλευτές της ΝΔ. Οι ίδιες οι δημοσκοπήσεις προσφέρουν την απάντηση: σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση της Alco, ένα σημαντικό ποσοστό αναποφάσιστων ψηφοφόρων —περίπου το ένα τέταρτο— δηλώνει πως θα στηρίξει σίγουρα ή αρκετά πιθανά ένα κόμμα Σαμαρά, ενώ σημαντικά ποσοστά καταγράφονται και ανάμεσα σε ψηφοφόρους μικρότερων δεξιών σχηματισμών.

Με την αυτοδυναμία να απαιτεί περίπου 37% και τη ΝΔ να έχει υποχωρήσει, κατά τον Σαμαρά πάντα, από το 40% στο 20%, κάθε επιπλέον διαρροή προς τα δεξιά της δεν είναι απλώς ενοχλητική — είναι υπαρξιακή απειλή για το σχέδιο μιας τέταρτης αυτοδύναμης κυβέρνησης. Αυτός, και όχι κάποια αφηρημένη ανησυχία για «τη συνοχή της παράταξης», φαίνεται να είναι ο πραγματικός λόγος της νευρικότητας.

Το δικαίωμα δεν συζητιέται, η στρατηγική ναι

Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, κανείς δεν χρειάζεται την άδεια του πρωθυπουργού για να ιδρύσει κόμμα — ούτε καν πρώην πρωθυπουργός που διαφώνησε δημόσια μαζί του. Αυτό που πραγματικά διακυβεύεται δεν είναι το δικαίωμα του Σαμαρά, αλλά η στρατηγική επιλογή του Μαξίμου να παρουσιάζει κάθε πιθανή κίνησή του ως προσωπική επίθεση εναντίον της κυβερνητικής σταθερότητας, αντί να απαντήσει επί της ουσίας στα ζητήματα που ο ίδιος θέτει.

Αν η κυβέρνηση πιστεύει πραγματικά ότι οι πολιτικές της είναι σωστές, η απάντηση σε έναν πρώην πρόεδρο που ιδρύει κόμμα δεν είναι να αμφισβητεί το δικαίωμά του να το κάνει — είναι να πείσει τους πολίτες στην κάλπη. Το αν αυτό συμβαίνει σήμερα, ή αν προτιμάται η τακτική της αποδυνάμωσης και της προσωπικής αντιπαράθεσης, είναι το ερώτημα που αξίζει πραγματικά να απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση.

Η αντίθετη άποψη: Στελέχη της ΝΔ υποστηρίζουν ότι η ίδρυση κόμματος από τον Σαμαρά, δύο χρόνια μετά τη διαγραφή του και ενώ ο ίδιος δεν είχε δηλώσει τέτοια πρόθεση τότε, αποδεικνύει εκ των υστέρων ότι υπήρχε ήδη ασυμβατότητα οπτικής με την ηγεσία του κόμματος — άρα η απόφαση διαγραφής ήταν, κατ’ αυτούς, προνοητική και όχι αυθαίρετη. Υποστηρίζουν επίσης ότι η δημιουργία νέου δεξιού σχηματισμού διασπά την παράταξη σε μια περίοδο που, κατά τη γνώμη τους, απαιτείται ενότητα απέναντι σε εξωτερικές προκλήσεις, και ότι μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί περισσότερο προσωπικές φιλοδοξίες παρά ουσιαστική πολιτική εναλλακτική.