Η γερμανική κυβέρνηση προχωρά σε αυστηροποίηση των κανόνων για τις αναρρωτικές άδειες των εργαζομένων, με τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να ανακοινώνει την κατάργηση της τηλεφωνικής πιστοποίησης ασθένειας και την υποχρέωση προσκόμισης ιατρικής βεβαίωσης ήδη από την πρώτη ημέρα απουσίας.
Τι αποφάσισε ο συνασπισμός
Η απόφαση ελήφθη μετά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Συντονισμού του κυβερνητικού συνασπισμού CDU/CSU-SPD στο Βερολίνο, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πακέτου μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνει επίσης αλλαγές σε φορολογικά, συνταξιοδοτικά και εργασιακά ζητήματα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι εργαζόμενοι θα υποχρεούνται πλέον να προσκομίζουν ιατρική βεβαίωση ανικανότητας προς εργασία από την πρώτη κιόλας ημέρα ασθένειας, ενώ μέχρι σήμερα αυτό απαιτούνταν μόνο από την τέταρτη ημέρα και μετά.
Παράλληλα, καταργείται η δυνατότητα τηλεφωνικής έκδοσης αναρρωτικής άδειας, ένα μέτρο που είχε θεσπιστεί από τα τέλη του 2023 και επέτρεπε σε ασθενείς να λαμβάνουν πιστοποιητικό ανικανότητας εργασίας χωρίς επίσκεψη σε ιατρείο, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν ήδη γνωστοί στον θεράποντα ιατρό και δεν παρουσίαζαν σοβαρά συμπτώματα. Η ρύθμιση αυτή είχε αρχικά θεσπιστεί ως έκτακτο μέτρο κατά τη διάρκεια της πανδημίας κορονοϊού, για την αποφυγή μεταδόσεων, αλλά είχε παραμείνει σε ισχύ έως σήμερα.
«Δεν αντέχουμε πλέον αυτό το ανταγωνιστικό μειονέκτημα»
Μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου στο Βερολίνο, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε την αλλαγή «σκληρή απόφαση», τονίζοντας ωστόσο ότι η χώρα δεν μπορεί πλέον να αντέξει το ανταγωνιστικό μειονέκτημα που προκαλούν οι παρατεταμένες απουσίες από την εργασία στις επιχειρήσεις. Ο επικεφαλής του CDU αναφέρθηκε σε «εξωπραγματικά αυξημένα ποσοστά αναρρωτικών αδειών» μετά την πανδημία, κρίνοντάς τα μη βιώσιμα για την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας.
Στο πλαίσιο του ίδιου πακέτου μέτρων, προβλέπεται επίσης αυστηροποίηση των ποινών για την έκδοση ανακριβών ιατρικών πιστοποιητικών, με τροποποίηση του σχετικού άρθρου του γερμανικού Ποινικού Κώδικα.
Αντιδράσεις και προβληματισμοί
Η πρόταση έχει προκαλέσει έντονο διάλογο στη Γερμανία. Από τη μία πλευρά, οικονομολόγοι όπως η καθηγήτρια Ναντίν Ρίντελ του Πανεπιστημίου του Μύνστερ υποστηρίζουν ότι η τηλεφωνική αναρρωτική άδεια συνέβαλε στην αύξηση των ημερών ασθένειας. Από την άλλη, συνδικαλιστικές οργανώσεις και μέρος του Τύπου εκφράζουν ανησυχία για πιθανή επιβάρυνση των εργαζομένων, ενώ η πρόεδρος της γερμανικής συνομοσπονδίας συνδικάτων DGB, Γιασμίν Φαχίμι, έχει χαρακτηρίσει ανάλογες μεταρρυθμιστικές προτάσεις της κυβέρνησης «οικονομικά και κοινωνικά εντελώς εσφαλμένες».
Αξίζει να σημειωθεί ότι σειρά ερευνών, μεταξύ αυτών του Κεντρικού Ινστιτούτου Ιατρικής Ασφάλισης Υγείας, είχαν δείξει τους προηγούμενους μήνες ότι η τηλεφωνική αναρρωτική άδεια δεν φαίνεται να ευθύνεται καθοριστικά για την αύξηση του δείκτη ασθενειών, η οποία αποδίδεται περισσότερο στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας και στην εισαγωγή της ηλεκτρονικής βεβαίωσης ανικανότητας εργασίας, που κατέγραψε με μεγαλύτερη ακρίβεια το σύνολο των περιστατικών.
Τι αλλάζει από εδώ και πέρα
Η νέα ρύθμιση, εφόσον προχωρήσει στην τελική της μορφή μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, αναμένεται να επηρεάσει άμεσα εκατομμύρια εργαζομένους στη Γερμανία, οι οποίοι πλέον θα χρειάζεται να επισκέπτονται γιατρό ήδη από την πρώτη ημέρα που θα αισθανθούν αδιαθεσία, αντί να μπορούν να λάβουν αναρρωτική άδεια μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με το ιατρείο τους.
