Καρυστιανού: Ο πιο «καυτός» πονοκέφαλος για το νέο κόμμα – Γιατί χρειάζεται άμεσα μια «δεκάδα» αξιόπιστων προσώπων

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

28 Ιουνίου 2026

Τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, η Μαρία Καρυστιανού έχει διανύσει μια πορεία σπάνια για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά: από τη μάνα-σύμβολο των μαζικών συγκεντρώσεων στο Σύνταγμα, στην επικεφαλής ενός υπό ίδρυση κόμματος, του «Ξεκινάμε» / «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», που σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Prorata βρίσκεται ήδη στην τρίτη θέση των προθέσεων ψήφου, πίσω από τη ΝΔ και τον σχηματισμό Τσίπρα. Το γεγονός αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι το πολιτικό κεφάλαιο που συγκέντρωσε δεν είναι περιστασιακό, αλλά αντανακλά μια βαθύτερη κοινωνική ανάγκη για λογοδοσία και θεσμική αξιοπιστία.

Η δυναμική της Καρυστιανού στηρίζεται σε τρία στοιχεία που σπανίως συνυπάρχουν: προσωπική βιωμένη τραγωδία που της προσδίδει ηθική νομιμοποίηση, ικανότητα μαζικής κινητοποίησης που αποδείχθηκε επανειλημμένα στις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη, και μια αφήγηση που υπερβαίνει τις παραδοσιακές κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Αυτό το μείγμα είναι σήμερα σπάνιο εμπόρευμα στην ελληνική πολιτική σκηνή, όπου η εμπιστοσύνη στους παραδοσιακούς θεσμούς παραμένει χαμηλή.

Ωστόσο, η μετάβαση από κίνημα διαμαρτυρίας σε φορέα με βλέψεις διακυβέρνησης απαιτεί κάτι περισσότερο από συμβολικό κεφάλαιο. Και εδώ εντοπίζεται το πιο κρίσιμο διακύβευμα: η ανάγκη παρουσίασης μιας «δεκάδας» αναγνωρίσιμων, φωτεινών προσώπων που θα λειτουργήσουν ως απόδειξη ότι πίσω από τη συμβολική ηγεσία υπάρχει πραγματική δυναμική κυβερνησιμότητας.

Γιατί χρειάζεται αυτή η «δεκάδα»

Κανένα νεοσύστατο κόμμα δεν κερδίζει διαρκή εμπιστοσύνη μόνο με το πρόσωπο του αρχηγού του. Οι πολίτες, πέρα από τη συγκίνηση και την οργή που νομιμοποίησαν το αρχικό κίνημα, αναζητούν απόδειξη ότι ο σχηματισμός θα μπορούσε πραγματικά να διαχειριστεί κρατικά πράγματα —υπουργεία, προϋπολογισμό, διεθνείς σχέσεις. Αυτή η απόδειξη δεν δίνεται με συνθήματα, δίνεται με πρόσωπα.

Τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να έχει αυτή η ομάδα:

  • Αποδεδειγμένη τεχνική/επιστημονική επάρκεια σε κρίσιμους τομείς (δικαιοσύνη, οικονομία, υγεία, μεταφορές/ασφάλεια, εκπαίδευση), όχι απλώς πολιτική εμπειρία.
  • Καθαρό ιστορικό, χωρίς εμπλοκή σε προηγούμενα σκάνδαλα ή κομματικές μετεγγραφές που θα δημιουργούσαν αμφιβολίες περί «ίδιου πράγματος με άλλη ετικέτα».
  • Γεωγραφική και κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα — όχι μόνο πρόσωπα από την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, αλλά παρουσία από την περιφέρεια, ώστε το κόμμα να μην εμφανίζεται ως αστικό φαινόμενο.
  • Ισορροπία φύλου και ηλικίας, με έμφαση σε νεότερα στελέχη που θα δείχνουν ανανέωση και όχι απλή μεταφορά παλαιού πολιτικού προσωπικού.
  • Ικανότητα δημόσιου λόγου χωρίς ακρότητες — πρόσωπα που μπορούν να συζητήσουν τεκμηριωμένα σε τηλεοπτικό ή κοινοβουλευτικό περιβάλλον, χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά στο συναισθηματικό απόθεμα της τραγωδίας.
  • Συνοχή στο αφήγημα — όλοι να εκφράζουν την ίδια θεσμική γραμμή περί διαφάνειας και λογοδοσίας, ώστε να μην επαναληφθούν φαινόμενα όπως οι πρόσφατες, ηχηρές αποχωρήσεις στενών συνεργατών που έθεσαν δημόσια ζητήματα κατεύθυνσης.

Η συγκρότηση μιας τέτοιας ομάδας —ορατής, ετερόκλητης σε υπόβαθρο αλλά ενιαίας σε μήνυμα— θα ήταν, σύμφωνα με την πολιτική λογική που ακολουθούν συνήθως νέοι σχηματισμοί, το στοιχείο που θα μπορούσε πραγματικά να ανατρέψει τα δεδομένα, μετατρέποντας τη συμβολική δυναμική σε εκλογικά κατοχυρωμένη αξιοπιστία.

Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί η αντίθετη όψη του νομίσματος: μερίδα αναλυτών και πολιτικών αντιπάλων υποστηρίζει ότι η μετάβαση από ακτιβίστρια σε κομματική ηγέτιδα ενέχει τον κίνδυνο να φθείρει ακριβώς το στοιχείο που τη νομιμοποίησε αρχικά —την υπερκομματική, συμβολική θέση μιας μάνας που ζητά δικαιοσύνη. Οι ίδιες οι πρόσφατες αποχωρήσεις συνεργατών, καθώς και φωνές εντός του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων που θεωρούν ότι η πολιτικοποίηση ενδέχεται να αποδυναμώσει το αρχικό αίτημα, τροφοδοτούν αυτή την κριτική. Το αν η δυναμική της θα μετουσιωθεί σε σταθερή πολιτική επιρροή ή θα αποδειχθεί βραχύβια παραμένει, προς το παρόν, ανοιχτό ερώτημα που θα κρίνουν οι ίδιες οι κάλπες.