Κάθε φορά που δημοσιεύεται μια νέα δημοσκόπηση στην Ελλάδα, ξεσπά η ίδια συζήτηση: μετράνε απλώς την κοινή γνώμη ή την διαμορφώνουν; Το ερώτημα δεν είναι απλώς πολιτικό — είναι επιστημονικό, και έχει απαντήσεις.
Τα δύο αντίθετα φαινόμενα: Bandwagon και Underdog
Η επιστήμη περιγράφει δύο βασικά φαινόμενα. Το πρώτο είναι το «Bandwagon effect», όπου κάποιοι ψηφοφόροι τείνουν να στηρίζουν το κόμμα ή τον υποψήφιο που εμφανίζεται μπροστά στις δημοσκοπήσεις, επειδή θεωρούν ότι θα είναι ο νικητής. Το αντίθετο φαινόμενο είναι το «Underdog effect»: κάποιοι αντιδρούν συμπαθητικά στον υποτιμημένο και στρέφονται προς αυτόν.
Τα δύο φαινόμενα συνυπάρχουν και συχνά αλληλοακυρώνονται, γεγονός που κάνει δύσκολη την ακριβή μέτρηση της επίδρασής τους.
Η δημοσκόπηση ως «τηλεοπτικό γεγονός»
Οι δημοσκοπήσεις δεν μένουν στα συρτάρια των ερευνητών, αλλά προβάλλονται κυρίως μέσα από τηλεοπτικούς σταθμούς και μεγάλα ΜΜΕ, με τα οποία οι εταιρείες συνεργάζονται στενά. Έτσι, το αποτέλεσμα μιας έρευνας δεν λειτουργεί μόνο ως «καταγραφή» της πραγματικότητας, αλλά μετατρέπεται σε τηλεοπτικό γεγονός, σε τίτλο ειδήσεων, σε γραφικό πίνακα, σε πολιτικό επιχείρημα.
Με άλλα λόγια, η δημοσκόπηση παύει να είναι εργαλείο μέτρησης και γίνεται ταυτόχρονα εργαλείο επιρροής — ακόμα κι αν κανείς δεν το σκοπεύει συνειδητά.
Η ελληνική εμπειρία: Όταν οι μετρήσεις «πέφτουν έξω»
Η Ελλάδα έχει ζήσει ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου οι δημοσκοπήσεις απέκλιναν σημαντικά από το τελικό αποτέλεσμα. Στις εκλογές του Μαΐου 2023, το exit poll και οι προεκλογικές μετρήσεις δεν κατάφεραν να αποτυπώσουν την τελική διαφορά της ΝΔ, η οποία ήταν μεγαλύτερη από ό,τι είχε προβλεφθεί. Αυτό αποδόθηκε εν μέρει στο φαινόμενο της «ντροπαλής ψήφου» (shy voter effect) — ψηφοφόροι που δεν δηλώνουν την αληθινή τους πρόθεση σε ερευνητές.
Τον Μάιο 2025 άνοιξε δημόσια συζήτηση για την αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων, μετά από έντονα σχόλια στελεχών του ΠΑΣΟΚ ότι ορισμένες μετρήσεις ενδέχεται να επηρεάζουν το εκλογικό σώμα — δηλώσεις που προκάλεσαν αντιδράσεις από εκπροσώπους των εταιρειών δημοσκοπήσεων.
Η δημοσκόπηση ως «βαρόμετρο» πίεσης
Πέρα από την άμεση επίδραση στις προθέσεις ψήφου, οι δημοσκοπήσεις λειτουργούν και με έναν άλλο τρόπο. Η εκτεταμένη χρήση και παρουσίαση των πολιτικών ερευνών λειτουργεί ως μέσο πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση, με τους πολίτες να βρίσκουν ευκαιρία μέσω αυτών να εκφράσουν δυσαρέσκεια ή απογοήτευση. Ταυτόχρονα λειτουργούν τροχιοδεικτικά προς την αντιπολίτευση σχετικά με τον προσανατολισμό που επιθυμούν οι πολίτες.
Πώς τις χρησιμοποιούν τα κόμματα
Το διαγενεακό χάσμα στην εκλογική συμπεριφορά, οι διαφορετικές προτιμήσεις αστικών και περιφερειακών ψηφοφόρων, η επίδραση των διλημμάτων για αλλαγή ή σταθερότητα και οι μετακινήσεις ψηφοφόρων είναι μερικά από τα βασικά ευρήματα των ερευνών που επεξεργάζονται κομματικά στελέχη και εκλογολόγοι για να συμβουλεύσουν τους πολιτικούς αρχηγούς στη χάραξη εκλογικής στρατηγικής.
Το συμπέρασμα
Η επιστήμη δεν αποδεικνύει ότι οι δημοσκοπήσεις αλλάζουν δραματικά εκλογικά αποτελέσματα. Αυτό που αποδεικνύει είναι ότι επηρεάζουν το πολιτικό κλίμα, την ατζέντα των ΜΜΕ, τη στρατηγική των κομμάτων και έμμεσα τον τρόπο που πολλοί ψηφοφόροι σκέφτονται — ιδίως όσοι δεν έχουν ακλόνητη πολιτική ταυτότητα. Η συχνή διαπίστωση ότι ο κόσμος ψηφίζει αυτό που πραγματικά θέλει και η συμπεριφορά του δεν επηρεάζεται από τις δημοσκοπήσεις παρουσιάζεται ως απλό ζήτημα διαίσθησης ή λογικής — ενώ στην πραγματικότητα είναι αντικείμενο επιστημονικής μελέτης που απαιτεί μέτρηση.
Και η μέτρηση, μέχρι στιγμής, λέει: ναι, επηρεάζουν — αν και λιγότερο από ό,τι φοβούνται οι μεν και ελπίζουν οι δε.
