Θέση για την καταδίκη της Άννας-Μισέλ Ασημακοπούλου στην υπόθεση διαρροής ηλεκτρονικών διευθύνσεων αποδήμων Ελλήνων πήρε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται ζήτημα διαγραφής της από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ υποστήριξε πως η συγκεκριμένη υπόθεση δεν συνδέεται με επηρεασμό της εκλογικής διαδικασίας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε ότι η κυβέρνηση δεν σχολιάζει δικαστικές αποφάσεις, επισημαίνοντας πως η αξιολόγηση της υπόθεσης ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη. Παράλληλα, σημείωσε ότι ισχύει το τεκμήριο αθωότητας έως ότου υπάρξει τελεσίδικη κρίση, εκτιμώντας ότι οι καταδικασθέντες θα ακολουθήσουν τη διαδικασία της έφεσης.
Όπως ανέφερε, σε πολιτικό επίπεδο η υπόθεση αφορά την αποστολή ενός ηλεκτρονικού μηνύματος, υπογραμμίζοντας ότι η δικαστική διάσταση είναι ανεξάρτητη και δεν αποτελεί αντικείμενο σχολιασμού από την εκτελεστική εξουσία.
Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται δημόσια τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι δυσανάλογος σε σχέση με το αντικείμενο της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι στην καθημερινότητα οι πολίτες δέχονται συχνά μηνύματα και ηλεκτρονική επικοινωνία από άγνωστους αποστολείς ή πολιτικά πρόσωπα, ιδιαίτερα κατά τις προεκλογικές περιόδους.
Αναλυτικότερα Δ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πριν από λίγο, όπως προφανώς γνωρίζετε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας καταδίκασε και την κυρία Ασημακοπούλου, την πρώην ευρωβουλεύτριά σας, σε 20 μήνες φυλάκιση για παράβαση της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και τον κύριο Σταυριανουδάκη, ο οποίος ήταν γενικός γραμματέας τότε του Υπουργείου Εσωτερικών και τον κύριο Θεοδωρόπουλο και τον κύριο Κορομηλά από τη Νέα Δημοκρατία για τα ίδια αδικήματα. Πώς ακριβώς θα διασφαλίσετε τη διαδικασία την αδιάβλητη των επόμενων εκλογών, όταν αυτοί οι άνθρωποι που είναι εξέχοντα στελέχη και του διοικητικού και του κομματικού μηχανισμού έχουν καταδικαστεί;
Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Καταρχάς, για να λέμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, δεν έχει καμία σχέση η υπόθεση αυτή με τη διαδικασία των εκλογών. Καμία. Ούτε απειλείται η διαδικασία των εκλογών επειδή εστάλη ένα mail. Γιατί, διαχωρίζοντας το σκέλος που αφορά τη Δικαιοσύνη και την υπόθεση αυτή καθ’ εαυτή, για την οποία ούτε μου πέφτει λόγος, ούτε θα μπορούσα ποτέ να σχολιάσω, δεν σχολιάζουμε συνειδητά και είμαστε υποχρεωμένοι να μη σχολιάζουμε δικαστικές αποφάσεις, σε πολιτικό επίπεδο μιλάμε για ένα mail. Τελεία. Και μάλιστα είναι απορίας άξιον το πώς αντιμετωπίζονται τα πρόσωπα αυτά και η κυρία Ασημακοπούλου και τα υπόλοιπα πρόσωπα, αν σκεφτεί κανείς ότι απλά μιλάμε για την αποστολή ενός mail. Το τί προβλέπει ο νόμος, το πώς αυτό το αξιολόγησε η Δικαιοσύνη, δεν είναι δική μου δουλειά να το σχολιάσω. Ούτε πρόκειται να το κάνω ποτέ αυτό, από τη στιγμή που εκπροσωπώ μια άλλη εξουσία, την εκτελεστική εξουσία και είμαι εδώ ως εκπρόσωπος της Κυβέρνησης. Όπως και να έχει, ισχύει το τεκμήριο αθωότητας. Φαντάζομαι ότι οι τέσσερις θα ασκήσουν έφεση, οπότε μέχρι να κριθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η υπόθεση, είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Όλα αυτά, όμως, θα τα βρει η Δικαιοσύνη. Αλλά το ξαναλέω. Και επειδή είδα ότι αυτό το οποίο είπα την προηγούμενη φορά ενόχλησε κάποιους, θα το επαναλάβω μπας και το καταλάβουν. Διαχωρίζω το ποινικό, νομικό, δικαστικό σκέλος της υπόθεσης. Το να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι αυτοί με αυτό τον τρόπο για ένα mail, στην εποχή που καθημερινά δεχόμαστε μηνύματα και mails από άγνωστα προφίλ, τις ημέρες των εκλογών «βομβαρδιζόμαστε» με μηνύματα από υποψήφιους εκλογικών περιφερειών που ενδεχομένως να μην έχουμε περάσει ποτέ στη ζωή μας και από κόμματα που δεν ξέρουμε ότι υπάρχουν. Και να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους αυτούς σαν εμπόρους ναρκωτικών, εμπόρους λευκής σαρκός και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, είναι από υποκριτικό έως γελοίο.
Δ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα παραμείνουν στη Νέα Δημοκρατία; Θα τους διαγράψετε;
Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Γιατί να διαγράψουμε τους ανθρώπους αυτούς; Για όνομα του Θεού.
Η τοποθέτησή του έρχεται μετά την απόφαση του δικαστηρίου για την υπόθεση του λεγόμενου «e-mail gate», η οποία έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις και έντονη δημόσια συζήτηση σχετικά με τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων και τα όρια της πολιτικής επικοινωνίας.

