Νοτιοκορεάτες επιστήμονες κατάφεραν να αναπαράγουν το θρυλικό «χρυσό μετάξι της θάλασσας» (sea silk), ένα από τα πιο πολυτελή και σπάνια υφάσματα της αρχαιότητας, χρησιμοποιώντας ίνες από ένα είδος μυδιού που καλλιεργείται στα κορεατικά παράκτια ύδατα. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Advanced Materials, αποκαλύπτει επίσης τον μηχανισμό πίσω από την εκπληκτική αντοχή του χρώματός του στο πέρασμα του χρόνου.
Το sea silk ήταν κατά την εποχή των Ρωμαίων ένα εξαιρετικά περιζήτητο υλικό, που προοριζόταν αποκλειστικά για αυτοκράτορες, πάπες και υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Παρασκευαζόταν από τις λεπτές ίνες byssus του μεγάλου μεσογειακού μυδιού Pinna nobilis, προσφέροντας ένα εντυπωσιακό χρυσό χρώμα, ελαφρότητα και ανθεκτικότητα. Η υπερβολική αλιεία και η περιβαλλοντική υποβάθμιση οδήγησαν το είδος σε κίνδυνο εξαφάνισης, με αποτέλεσμα την απαγόρευση συλλογής του από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Κορεατική Λύση και η Βιώσιμη Προσέγγιση
Η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Pohang University of Science and Technology (POSTECH), με επικεφαλής τον Καθηγητή Dong Soo Hwang και την Καθηγήτρια Jimin Choi, στράφηκε στο Atrina pectinata (pen shell), ένα συγγενικό είδος που καλλιεργείται ευρέως στην Κορέα για τρόφιμο. Οι ίνες byssus αυτού του μυδιού παρουσιάζουν παρόμοιες φυσικές και χημικές ιδιότητες με εκείνες του Pinna nobilis.
Οι επιστήμονες ανέπτυξαν μια μέθοδο επεξεργασίας που μετατρέπει αυτές τις ίνες σε υλικό που μιμείται πιστά την εμφάνιση και τις ιδιότητες του αρχαίου sea silk. Σημαντικό πλεονέκτημα είναι ότι οι ίνες αυτές συνήθως απορρίπτονται ως απόβλητα κατά την επεξεργασία του μυδιού, μετατρέποντας ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα σε πολύτιμο πόρο.
Το Επιστημονικό Μυστικό της Χρυσής Λάμψης
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της μελέτης αφορά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται το χρυσό χρώμα. Δεν προέρχεται από χρωστικές ουσίες ή βαφές, αλλά από δομικό χρωματισμό (structural coloration). Οι ερευνητές εντόπισαν μικροσκοπικές σφαιρικές πρωτεϊνικές δομές, γνωστές ως «photonin», οι οποίες οργανώνονται σε στρώματα και αντανακλούν το φως με τρόπο που παράγει το χαρακτηριστικό ιριδίζον χρυσό εφέ – παρόμοιο με αυτό που παρατηρείται σε φτερά πεταλούδας ή φυσαλίδες σαπουνιού.
Επειδή το χρώμα είναι «ενσωματωμένο» στη δομή της ίνας και όχι επιφανειακό, παραμένει σταθερό και δεν ξεθωριάζει με τον χρόνο, εξηγώντας γιατί δείγματα του αρχαίου υφάσματος διατηρούν τη λάμψη τους ακόμα και μετά από αιώνες.
Προοπτικές για το Μέλλον
Ο Καθηγητής Dong Soo Hwang δήλωσε ότι «τα υφάσματα με δομικό χρωματισμό είναι από τη φύση τους ανθεκτικά στο ξεθώριασμα. Η τεχνολογία μας επιτρέπει μακροχρόνιο χρώμα χωρίς τη χρήση βαφών ή μετάλλων, ανοίγοντας νέους δρόμους για βιώσιμη μόδα και προηγμένα υλικά».
Η ανακάλυψη δεν αναβιώνει μόνο ένα ιστορικό πολυτελές υλικό, αλλά προσφέρει και μια βιώσιμη λύση που σέβεται το περιβάλλον, μετατρέποντας απόβλητα σε υψηλής αξίας προϊόν.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο Advanced Materials (2025) με DOI: 10.1002/adma.202502820 και αναμένεται να προσελκύσει το ενδιαφέρον της βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
