Με αφορμή τη συμπλήρωση 59 χρόνων από το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας προχώρησε σε δήλωση, τονίζοντας –μεταξύ άλλων– ότι «Στο διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας, η σημερινή θλιβερή επέτειος, μάς υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Γι’ αυτό οφείλουμε πρωτίστως με ενότητα, να διαφυλάσσουμε το πολίτευμά μας, κρατώντας το δημόσιο βίο μακριά από τον διχασμό, που ιστορικά υπήρξε πάντα πρόσφορο έδαφος για την αποδυνάμωση της δημοκρατίας».
Παράλληλα, επισήμανε πως «Τιμούμε ουσιαστικά όσους αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας για την ελευθερία, όχι μόνο κρατώντας ζωντανή τη μνήμη τους, αλλά και θωρακίζοντας καθημερινά τους δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και την ενότητα της κοινωνίας μας», ενώ πρόσθεσε ότι «Αυτό είναι το χρέος μας απέναντί τους και απέναντι στις επόμενες γενιές. Να στεκόμαστε, με το προσωπικό μας παράδειγμα, αντάξιοι των αξιών της δημοκρατίας».
Στην αναλυτική τοποθέτησή του, ο κ. Τασούλας υπογράμμισε:
«Η 21η Απριλίου τραυμάτισε βαθιά την πορεία της πατρίδας μας. Στη γη που γέννησε τη δημοκρατία και την ελευθερία καταλύθηκε το Σύνταγμα και η χώρα καταδικάστηκε σε μια επταετία οπισθοδρόμησης.
Η επιβολή ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν σήμαινε μόνο κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξορίες και φυλακίσεις. Στέρησε από τον πολίτη το ύψιστο προνόμιο της δημοκρατίας· να μετέχει ελεύθερα και υπεύθυνα στη διαμόρφωση της κοινής του μοίρας. Και η δημοκρατία είναι πολίτευμα ευθύνης. Όχι μόνο των κυβερνώντων, αλλά και όσων τους επιλέγουν.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η Ελλάδα απομακρύνθηκε από τον δρόμο της θεσμικής και οικονομικής σύγκλισης με τον προηγμένο κόσμο, έναν δρόμο που ήδη είχε αρχίσει να χαράσσει και που αποτελούσε εθνική της ανάγκη και ιστορικό της προσανατολισμό.
Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Νομική και το Πολυτεχνείο, καθώς και το Κίνημα του Ναυτικού, δημιούργησαν τις πρώτες ρωγμές στο καθεστώς. Η περίοδος της δικτατορίας κορυφώθηκε με δραματικό τρόπο με το πραξικόπημα Ιωαννίδη κατά του Μακαρίου και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, μια πληγή στον εθνικό κορμό που παραμένει ανοιχτή. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία στη συνέχεια πορεύτηκε σε σταθερή τροχιά κοινοβουλευτισμού, ενισχύθηκε και εντάχθηκε στον πυρήνα της Ευρώπης, επιβεβαιώνοντας ότι η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί θεμέλιο της πολιτικής σταθερότητας. Δοκιμάστηκε και απέδειξε την ωριμότητά της, αναπτύσσοντας την ικανότητα να ξεπερνά κρίσεις.
Στο διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας η σημερινή θλιβερή επέτειος μάς υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Γι’ αυτό οφείλουμε πρωτίστως με ενότητα να διαφυλάσσουμε το πολίτευμά μας, κρατώντας το δημόσιο βίο μακριά από τον διχασμό, που ιστορικά υπήρξε πάντα πρόσφορο έδαφος για την αποδυνάμωση της δημοκρατίας.
Τιμούμε ουσιαστικά όσους αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας για την ελευθερία, όχι μόνο κρατώντας ζωντανή τη μνήμη τους, αλλά και θωρακίζοντας καθημερινά τους δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και την ενότητα της κοινωνίας μας.
Αυτό είναι το χρέος μας απέναντί τους και απέναντι στις επόμενες γενιές. Να στεκόμαστε, με το προσωπικό μας παράδειγμα, αντάξιοι των αξιών της δημοκρατίας».
