Στις 15 Απριλίου 1912, τα παγωμένα νερά του Βόρειου Ατλαντικού κατάπιναν όχι μόνο το «αβύθιστο» πλοίο του αιώνα, αλλά και τέσσερις απλούς Έλληνες χωρικούς από ένα μικρό ορεινό χωριό της Μεσσηνίας. Δεν ήταν πλούσιοι επιβάτες πρώτης θέσης ούτε διάσημοι. Ήταν τέσσερις συγχωριανοί από τον Άγιο Σώστη – τον Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, τον Βασίλειο Καταβέλο και τα αδέλφια Απόστολο και Δημήτριο Χρονόπουλο – που κυνηγούσαν το αμερικανικό όνειρο με εισιτήρια Γ’ θέσης. Η ιστορία τους παραμένει μία από τις πιο συγκινητικές και λιγότερο γνωστές πτυχές της μεγαλύτερης ναυτικής τραγωδίας.
Ο Παναγιώτης Κ. Λυμπερόπουλος, 30 ετών (ή 33 κατά ορισμένες πηγές), ήταν ο «αρχηγός» της παρέας. Παντρεμένος με την Αγγελική και πατέρας ενός μωρού, είχε ήδη μεταναστεύσει στη Νέα Υόρκη, όπου διατηρούσε μικρό εργαστήριο μεταλλικών κατασκευών. Είχε επιστρέψει στην Ελλάδα μόνο για τη βάφτιση του γιου του. Φυσικοποιημένος Αμερικανός πολίτης, γνώριζε καλά τον δρόμο προς τη νέα πατρίδα. Στη Μασσαλία, όπου περίμεναν άλλο πλοίο, άκουσε για τον Τιτανικό – το ταχύτερο και πολυτελέστερο υπερωκεάνιο. «Αυτό θα μας πάει γρηγορότερα», είπε στους συγχωριανούς του και άλλαξαν τελευταία στιγμή τα εισιτήρια.
Μαζί του ήταν ο Βασίλειος Γ. Καταβέλος (ή Καταβέλης), μόλις 18-19 ετών, απλός βοσκός. Ο νεότερος της παρέας είχε τρία μικρότερα αδέλφια και έναν αδελφό που είχε ήδη μεταναστεύσει στην Αμερική ως εφημεριδοπώλης. Πούλησε μερικά πρόβατα από το κοπάδι του για να μαζέψει τα χρήματα του εισιτηρίου. Ήθελε να βοηθήσει τον αδελφό του και να χτίσει μια καλύτερη ζωή για όλη την οικογένεια.
Τα αδέλφια Απόστολος Μ. Χρονόπουλος (26 ετών) και Δημήτριος Μ. Χρονόπουλος (19 ετών) συμπλήρωναν την τετράδα. Ο Απόστολος είχε μεταναστεύσει νωρίτερα, εργαζόταν ως διερμηνέας σε βιοτεχνία στην Αμερική και είχε πείσει τον μικρότερο αδελφό του να τον ακολουθήσει. Και οι δύο ονειρεύονταν να στείλουν χρήματα πίσω στο χωριό και να φέρουν αργότερα τις οικογένειές τους.
Όλοι τους ταξίδευαν στην οικονομική Γ’ θέση, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους Ευρωπαίους μετανάστες. Το βράδυ της 14ης Απριλίου 1912, στις 23:40, ο Τιτανικός προσέκρουσε σε παγόβουνο. Δύο ώρες και 40 λεπτά αργότερα, στις 02:20 τα ξημερώματα της 15ης Απριλίου, το πλοίο βυθίστηκε. Οι επιβάτες της Γ’ θέσης είχαν ελάχιστες πιθανότητες: οι σωσίβιες λέμβοι ήταν λίγες, η πρόσβαση δύσκολη και το χάος τεράστιο. Κανένας από τους τέσσερις δεν επέζησε. Δύο σοροί (πιθανότατα του Λυμπερόπουλου και του Καταβέλου) αναγνωρίστηκαν αργότερα· οι άλλες δύο παρέμειναν πιθανότατα στο ναυάγιο.
Στον Άγιο Σώστη, ένα μικρό ορεινό χωριό κοντά στα σύνορα με Ηλεία και Αρκαδία, η είδηση έπεσε σαν κεραυνός. Το 2001, οι απόγονοι και το χωριό στήσαν μνημείο από λευκό μάρμαρο στο κοιμητήριο ή κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Η επιγραφή, στα ελληνικά και αγγλικά, είναι απλή και συγκλονιστική:
«Εις μνήμην των τεσσάρων Ελλήνων θυμάτων του Τιτανικού του έτους 1912 αναζητούντων καλυτέραν τύχην εις ΗΠΑ δι’ εαυτούς και οικογενείας των.
Βασιλείου Γ. Καταβέλου – Παναγιώτου Κ. Λυμπερόπουλου – Αποστόλου Μ. Χρονόπουλου – Δημητρίου Μ. Χρονόπουλου».
Η μαρμάρινη πλάκα και οι μαρτυρίες των απογόνων θυμίζουν τα χαμένα όνειρα: την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, τα πρόβατα που πουλήθηκαν, τα εισιτήρια που άλλαξαν τελευταία στιγμή, την αγκαλιά που δεν πρόλαβαν να δώσουν στις οικογένειές τους.
Οι τέσσερις αυτοί άνδρες δεν ήταν ήρωες πολέμου ούτε διάσημοι. Ήταν οι «ξεχασμένοι» μετανάστες της εποχής – σύμβολο της μαζικής ελληνικής μετανάστευσης στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν χιλιάδες νέοι άφηναν την φτώχεια της πατρίδας για την Αμερική. Η ιστορία τους μας υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε μεγάλη τραγωδία κρύβονται χιλιάδες μικρές, ανθρώπινες ιστορίες. Σήμερα, 113 χρόνια μετά, ο Άγιος Σώστης εξακολουθεί να θυμάται. Και εμείς, μαζί του, τιμούμε τα τέσσερα όνειρα που βούλιαξαν μαζί με τον Τιτανικό.

