Παρέμβαση σχετικά με τη δίκη για το δυστύχημα στα Τέμπη πραγματοποίησε ο Άρειος Πάγος, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η διαδικασία πρέπει να προχωρήσει απρόσκοπτα, τονίζοντας πως «η απόδοση Δικαιοσύνης είναι υπεράνω όλων».
Με επίσημη ανακοίνωση την Τρίτη, επισημαίνεται ότι η απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να παρεμποδιστεί, ενώ γίνεται λόγος για ενέργειες που στόχευαν στην καθυστέρηση της έναρξης της δίκης.
«Η δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών ξεκίνησε την Δευτέρα, 23 Μαρτίου. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό καταγράφηκαν ενέργειες, ορισμένες από αυτές πέραν της νομιμότητας, οι οποίες απέβλεπαν στην καθυστέρηση της έναρξης της δίκης.
Το γεγονός ότι ορισμένοι καταγγέλλοντες την καθυστέρηση της δίκης ήταν ταυτόχρονα και οι προκαλούντες αυτή δεν αποτελεί σύμπτωση. Ήδη τις τελευταίες εβδομάδες στα Δικαστήρια της Λάρισας έχουν καταγραφεί ακραία παράνομες συμπεριφορές “ενδιαφερομένων” οι οποίες είχαν στόχο να καταστεί ανέφικτη η εκδίκαση της υπόθεσης» αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Στην αναλυτική ανακοίνωση, με τίτλο «Η απόδοση Δικαιοσύνης υπεράνω όλων», διευκρινίζεται ότι η δίκη ξεκίνησε μετά από τρία χρόνια εντατικής εργασίας των αρμόδιων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών για τη συλλογή επαρκούς αποδεικτικού υλικού, ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί στο ακροατήριο.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι με την υπ’ αριθμ. 149/2026 απόφαση του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε αίτημα για μεταφορά της δίκης εκτός Λάρισας, με αποτέλεσμα να παραμείνει ως τόπος διεξαγωγής το Εφετείο Λάρισας.
Όπως σημειώνεται, πρόκειται για μια πολυπρόσωπη διαδικασία, καθώς συμμετέχουν 36 κατηγορούμενοι και συνολικά 351 διάδικοι, μεταξύ των οποίων φυσικά πρόσωπα, δικηγορικοί σύλλογοι και μάρτυρες. Για τον λόγο αυτό, επιλέχθηκε ως χώρος διεξαγωγής ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο συγκρότημα «ΓΑΙΟΠΟΛΙΣ», η οποία διαθέτει συνολικά 486 θέσεις, με πρόβλεψη για παρακολούθηση της διαδικασίας μέσω οθονών και ηχητικών εγκαταστάσεων.
Επιπλέον, γίνεται σύγκριση με άλλες δικαστικές αίθουσες, όπως του Εφετείου Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ώστε να καταδειχθεί η επάρκεια του συγκεκριμένου χώρου για τη διεξαγωγή μιας τόσο απαιτητικής δίκης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις δυσκολίες που παρουσιάζονται στην έναρξη τέτοιων πολυπρόσωπων δικών, τονίζοντας ότι στη συνέχεια της διαδικασίας η παρουσία των εμπλεκομένων ρυθμίζεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, διευκολύνοντας την ομαλή εξέλιξη.
«Πρέπει να καταστεί κατανοητό ότι η απαίτηση της Κοινωνίας είναι η δίκη των Τεμπών να ξεκινήσει, να διεξαχθεί και να καταλήξει στην απόδοση ευθυνών σε εκείνους που τους ανήκουν. Σε αυτή τη δίκη θα εξετασθούν όλα από την αρχή και η κατάληξη θα είναι η δικαστική ετυμηγορία και μόνον αυτή. Το έργο της Δικαιοσύνης δεν μπορεί κανένας να το ανακόψει, επώνυμος και ανώνυμος» τονίζεται.
Παράλληλα, επισημαίνεται ο κίνδυνος παραγραφής για ορισμένες πλημμεληματικές πράξεις, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την απρόσκοπτη συνέχιση της διαδικασίας.
Στην ανακοίνωση γίνεται επίσης αναφορά σε φαινόμενα που δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα της υπόθεσης, όπως «αγανακτισμένων δήθεν πολιτών» που δεν σχετίζονται με τη δίκη, αλλά και σε πιέσεις ή παρεμβάσεις που επιχειρούν να επηρεάσουν την πορεία της.
Τέλος, τονίζεται ότι οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί, ενεργώντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον νόμο, θα διασφαλίσουν την απονομή της Δικαιοσύνης, καλώντας τους πολίτες να δείξουν εμπιστοσύνη στο έργο τους.
«Οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί που έχουν κληθεί να φέρουν εις πέρας αυτό το εξαιρετικά δύσκολο έργο, της απονομής Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το Σύνταγμα, το Νόμο και τη συνείδησή τους, θα περιφρουρήσουν το Κράτος Δικαίου και σε αυτή τη δίκη. […] Οι πολίτες πρέπει να στηρίξουν το έργο τους και να έχουν εμπιστοσύνη στην Ελληνική Δικαιοσύνη».
Κλείνοντας, απευθύνεται κάλεσμα προς όλους τους εμπλεκόμενους να αναλογιστούν την ευθύνη τους και να συμβάλουν ουσιαστικά στην ομαλή εξέλιξη της δίκης, με στόχο τη δικαίωση των θυμάτων μέσω της Δικαιοσύνης.
