Παναγόπουλος: «Μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως “σοβαρή καταγγελία” και “μεγάλο σκάνδαλο» [Βίντεο]

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

23 Μαρτίου 2026

Τη θέση ότι μια υπόθεση που είχε παρουσιαστεί δημόσια ως σοβαρή καταγγελία και πιθανό σκάνδαλο κατέληξε τελικά χωρίς αντικείμενο, διατυπώνει ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος, μετά την αρχειοθέτησή της από τον αρμόδιο Εισαγγελέα.

Όπως ανέφερε σε γραπτή δήλωσή του, η υπόθεση που αφορούσε φερόμενη μη υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες και ισχυρισμούς για «αποκρυφθέντα εισοδήματα 3,2 εκατομμυρίων ευρώ» εξετάστηκε, με την αξιολόγηση των στοιχείων και των εξηγήσεών του, χωρίς να προκύψει κάποιο εύρημα που να στοιχειοθετεί ποινική παράβαση.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Εισαγγελέα να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, γεγονός που –όπως υποστηρίζει– επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρχε λόγος περαιτέρω διερεύνησης.

Ο κ. Παναγόπουλος σημείωσε ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση προηγήθηκε της θεσμικής διαδικασίας, μέσα από διαρροές και εικασίες, ενώ ανέφερε πως δεν του είχε επιδοθεί επίσημο πόρισμα πριν την εξέλιξη της δικογραφίας.

Παράλληλα, άφησε αιχμές για τον τρόπο και τον χρόνο δημοσιοποίησης των σχετικών ισχυρισμών, υποστηρίζοντας ότι δημιουργήθηκαν εντυπώσεις πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη και κάνοντας λόγο για ζητήματα θεσμικής ουδετερότητας.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι παραμένει προσηλωμένος στον ρόλο του στη ΓΣΕΕ και στη συνέχιση της δράσης του υπέρ των εργαζομένων, τονίζοντας ότι θα αξιοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για την προστασία της προσωπικότητάς του και του θεσμικού του ρόλου, ενώ εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στη Δικαιοσύνη.

Αναλυτικότερα η δήλωση του Γιάννη Παναγόπουλου:

«Με απλά λόγια. Μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως “σοβαρή καταγγελία” και “μεγάλο σκάνδαλο”, κατέληξε χωρίς αντικείμενο.

Την ίδια στιγμή, για την πρώτη χρονικά υπόθεση, για την οποία εκδόθηκε διάταξη δέσμευσης, δεν έχουμε, μέχρι σήμερα, κληθεί να λάβουμε γνώση οποιουδήποτε πορίσματος, ενώ εκκρεμεί και η προσφυγή που έχουμε καταθέσει κατά της σχετικής διάταξης.

Κι, όμως, στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης, όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως ήδη κλεισμένα και δεδομένα. Δεν ήταν. Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι η ουσία, γιατί πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, κάποιοι φρόντισαν να μιλήσουν γι’ αυτήν και όχι σε τυχαίο χρόνο.

Η πρώτη οργανωμένη δημοσιοποίηση των σχετικών ισχυρισμών συνέπεσε με τη συζήτηση στη Βουλή για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη που δεν είναι άλλη από την επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων, με ενισχυμένο ρόλο της ΓΣΕΕ, που επαναφέρουν δικαιώματα και καλύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους.

Η σύμπτωση αυτή γεννά εύλογα και σοβαρά ερωτήματα.

Ιδιαίτερα όταν τα όσα διακινήθηκαν φέρονται να προέρχονται από τον επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής, κ. Βουρλιώτη, δημιουργείται ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα. Μια Ανεξάρτητη Αρχή οφείλει να λειτουργεί με θεσμική ουδετερότητα, διαφάνεια και σεβασμό στις διαδικασίες, όχι μέσω διαρροών και διαμόρφωσης εντυπώσεων, πριν την ολοκλήρωση της κρίσης.

Όταν αυτό δεν τηρείται, δεν πλήττεται μόνο ένα πρόσωπο.

Πλήττεται η αξιοπιστία των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κράτος Δικαίου.

Γιατί, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον κόσμο της εργασίας, επιχειρήθηκε να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από το ουσιαστικό διακύβευμα σε ένα σκηνικό εντυπώσεων και αμφισβήτησης;

Ποιον εξυπηρετεί αυτή η επιλογή;

Για μένα, το διακύβευμα ήταν και παραμένει ένα. Η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η ύπαρξη ενός ισχυρού, ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτήν τη διαδρομή, ήταν αναμενόμενο ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, πιέσεις και επιθέσεις. Όμως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση.

Ως πρόεδρος της ΓΣΕΕ, με πολυετή παρουσία και ευθύνη στον χώρο της εργασίας, έχω αποδείξει ότι μπορώ να αντέχω, να υπερασπίζομαι και να προχωρώ.

Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω, με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.

Με καθαρό λόγο, με θεσμική συνέπεια και με πλήρη επίγνωση της ευθύνης που μου έχουν αναθέσει οι εργαζόμενοι.

Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον τρόπο και τον χρόνο διακίνησης αυτών των ισχυρισμών δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα.

Για τον λόγο αυτό, σε συνεργασία με τους νομικούς μου συμβούλους, θα αξιοποιήσω κάθε νόμιμο μέσο για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την προστασία τόσο της προσωπικότητάς μου όσο και του θεσμικού ρόλου που εκπροσωπώ.

Η εμπιστοσύνη μου στη Δικαιοσύνη είναι δεδομένη.

Όπως δεδομένη είναι και η δέσμευσή μου να συνεχίσω απρόσκοπτα το έργο για τους εργαζόμενους.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά η δύναμη και η φωνή της εργασίας».