ΣτΕ: «Πράσινο φως» για γάμο ομόφυλων ζευγαριών και υιοθεσία – συνταγματικές οι ρυθμίσεις, τι έκριναν οι δικαστές

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

20 Μαρτίου 2026

Τη συνταγματικότητα τόσο του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών όσο και του δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκων επικύρωσε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάζοντας οριστική «σφραγίδα» στις σχετικές ρυθμίσεις του νόμου 5089/2024.

Οι ανώτατοι δικαστές, κατά πλειοψηφία, απέρριψαν αίτηση ακύρωσης που είχαν καταθέσει δύο σωματεία και μία μη κερδοσκοπική εταιρεία, η οποία στρεφόταν κατά απόφασης του υπουργείου Εσωτερικών για την προσαρμογή των στοιχείων συζύγων και γονέων στα ληξιαρχικά έγγραφα, σύμφωνα με το νέο νομικό πλαίσιο.

Στο σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο στηρίχθηκε στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καταλήγοντας ότι η αναγνώριση της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια «δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού», ενώ παράλληλα έκρινε πως ο γάμος μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου είναι συμβατός με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.

Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η θεσμοθέτηση του γάμου για ομόφυλα ζευγάρια δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των ετερόφυλων ζευγαριών ούτε τις παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς «δεν θίγονται οι κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σχετικά με την τέλεση γάμου και δημιουργία οικογένειας, η τήρηση των οποίων εξακολουθεί να επαφίεται στην ελεύθερη συμμόρφωση των πιστών Χριστιανών Ορθόδοξων πολιτών».

Το δικαίωμα υιοθεσίας παιδιών
Ειδικότερα, ως προς την υιοθεσία, η Ολομέλεια του ΣτΕ με την υπ’ αριθμ. 392/2026 απόφαση έκρινε ότι η δυνατότητα κοινής υιοθεσίας από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια αποτελεί φυσική συνέπεια της αναγνώρισης του γάμου τους.

Όπως επισημαίνεται, η διαδικασία υιοθεσίας συνοδεύεται από αυστηρές εγγυήσεις που διασφαλίζουν το συμφέρον του παιδιού, όπως κοινωνικές έρευνες σε δύο στάδια και δικαστικός έλεγχος.

Σύμφωνα με το σκεπτικό:
«Η αναγνώριση, υπέρ των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών, δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου και δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο αποτελεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 5089/2024, αυτόθροη συνέπεια της αναγνώρισης, με το άρθρο 3 του ν. 5089/2024, δικαιώματος σύναψης γάμου μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας διέπεται από σύνολο εγγυήσεων που αποβλέπουν στη διακρίβωση και προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, με την πρόβλεψη (α) διεξαγωγής έρευνας από κατάλληλη κοινωνική υπηρεσία, σε δύο διακριτά στάδια [έλεγχος της κατ’ αρχήν καταλληλότητας και επανέλεγχος ενόψει της υποβολής αιτήματος για την τέλεση συγκεκριμένης υιοθεσίας] και (β) ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Με τα δεδομένα αυτά, η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές (κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικώς, το αρμόδιο δικαστήριο) σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων. Διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 5089/2024, και ως προς τις υιοθεσίες που έχουν ήδη τελεσθεί από ομόφυλα ζευγάρια στο εξωτερικό. Δεν απαιτείται εξάλλου, και δη κατά συνταγματική επιταγή, να μιμείται η υιοθεσία τη βιολογική σχέση του παιδιού με δύο ετερόφυλους γονείς, ώστε το υιοθετούμενο να ανατρέφεται από μητέρα και πατέρα, καθόσον μάλιστα είναι παλαιόθεν επιτρεπτή η υιοθεσία από ένα πρόσωπο, έγγαμο ή άγαμο, η δε υπό συνεχή εξέλιξη κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει διάφορα οικογενειακά σχήματα, εκτός της οικογένειας με δύο ετερόφυλους γονείς Με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εις βάρος παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια – κατόπιν κρίσης του αρμοδίου δικαστηρίου ότι εξυπηρετείται το συμφέρον του ανηλίκου -, σε σχέση με τα ανατρεφόμενα από δύο ετερόφυλους γονείς και παραβίασης, εκ του λόγου αυτού, της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού».

Σύναψη πολιτικού γάμου από ομόφυλα ζευγάρια
Σε ό,τι αφορά τον γάμο, το ΣτΕ επισημαίνει ότι οι κοινωνικοί θεσμοί εξελίσσονται με τον χρόνο και δεν παραμένουν αμετάβλητοι.

Όπως αναφέρεται, με τις νέες ρυθμίσεις διευρύνεται ο κύκλος των πολιτών που μπορούν να συνάψουν γάμο, χωρίς να αλλοιώνονται τα βασικά χαρακτηριστικά του θεσμού.

Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι η επέκταση του δικαιώματος αυτού δεν περιορίζει το δικαίωμα των ετερόφυλων ζευγαριών ούτε επηρεάζει τη δυνατότητα τέλεσης θρησκευτικού γάμου.

Το «δια ταύτα» της απόφασης
Συνολικά, η Ολομέλεια κατέληξε ότι οι ρυθμίσεις του νόμου 5089/2024 συνάδουν με το Σύνταγμα, τις αρχές της ισότητας, της προστασίας της ανθρώπινης αξίας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, καθώς και με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.

Παράλληλα, σημειώνεται ότι οι διατάξεις αντανακλούν τις εξελισσόμενες κοινωνικές αντιλήψεις των τελευταίων δεκαετιών σχετικά με τις σχέσεις και τη γονεϊκότητα ομόφυλων ζευγαριών, ακολουθώντας την πορεία που έχει διαμορφωθεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές και δυτικές δημοκρατίες.

Η άποψη της μειοψηφίας
Από την άλλη πλευρά, έξι σύμβουλοι Επικρατείας διατύπωσαν αντίθετη γνώμη, υποστηρίζοντας ότι ο γάμος, με βάση το Σύνταγμα, έχει συγκεκριμένο ιστορικό και νομικό περιεχόμενο ως ένωση ετεροφύλων.

Επίσης, επισήμαναν ότι υπήρχε ήδη νομική κάλυψη των ομόφυλων ζευγαριών μέσω του συμφώνου συμβίωσης, ενώ εξέφρασαν επιφυλάξεις και για το ζήτημα της υιοθεσίας, τονίζοντας ότι θα έπρεπε να υπάρχουν πιο εκτεταμένες επιστημονικές μελέτες για τις επιπτώσεις στην ανάπτυξη των παιδιών.

Παρά τις ενστάσεις αυτές, η πλειοψηφία του ΣτΕ έκρινε τελικά ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο είναι συνταγματικά ανεκτό και δεν παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου.