Η αίσθηση ότι κάποιος δεν βιώνει συναισθήματα —ούτε χαρά, ούτε λύπη, ούτε θυμό— είναι μια εμπειρία που προβληματίζει έντονα όσους τη ζουν. Το «δεν νιώθω τίποτα» δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία συναισθημάτων, αλλά συχνά υποδηλώνει έναν διαφορετικό τρόπο με τον οποίο ο ψυχισμός προσπαθεί να προστατευτεί.
Στην ψυχολογία, αυτή η κατάσταση συνδέεται συχνά με τη συναισθηματική αποσύνδεση ή το λεγόμενο συναισθηματικό μούδιασμα. Πρόκειται για μια άμυνα του εγκεφάλου, η οποία ενεργοποιείται όταν ένα άτομο έχει εκτεθεί σε έντονο στρες, ψυχικό πόνο ή μακροχρόνια συναισθηματική πίεση.
Πότε μπορεί να εμφανιστεί
Το αίσθημα συναισθηματικού κενού μπορεί να παρατηρηθεί:
- μετά από τραυματικά γεγονότα ή μεγάλες απώλειες
- σε περιόδους έντονου άγχους ή εξουθένωσης
- στο πλαίσιο καταθλιπτικών διαταραχών
- σε άτομα που έχουν μάθει να καταπιέζουν συστηματικά τα συναισθήματά τους
Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο οργανισμός «χαμηλώνει την ένταση» όλων των συναισθημάτων, όχι μόνο των αρνητικών, με αποτέλεσμα να χάνεται και η ικανότητα απόλαυσης ή σύνδεσης.
Είναι κάτι ανησυχητικό;
Το να νιώθει κάποιος περιστασιακά συναισθηματικά «άδειος» δεν είναι σπάνιο. Ωστόσο, όταν αυτή η κατάσταση επιμένει, επηρεάζει τις σχέσεις, την καθημερινότητα ή την αίσθηση ταυτότητας, τότε αποτελεί ένδειξη ότι χρειάζεται προσοχή.
Το σημαντικό είναι να γίνει κατανοητό ότι η απουσία συναισθημάτων δεν σημαίνει αδυναμία ή ψυχρότητα. Συχνά είναι σημάδι ότι το άτομο έχει κουραστεί ψυχικά και χρειάζεται υποστήριξη.
Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί
Η επανασύνδεση με το συναίσθημα είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο. Η ψυχοθεραπεία, η αναγνώριση του στρες, η φροντίδα του εαυτού και η σταδιακή έκφραση σκέψεων και εμπειριών μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, η απλή κατανόηση του τι συμβαίνει λειτουργεί ήδη ανακουφιστικά.
