Η Ψυχολογία πίσω από τα Social Media Likes

User avatar placeholder

21 Ιανουαρίου 2026

Ξυπνάς το πρωί, πιάνεις το κινητό και το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να ελέγξεις τις ειδοποιήσεις. Ένα like εδώ, ένα comment εκεί, και ξαφνικά η μέρα σου παίρνει άλλο χρώμα. Ή το αντίθετο: ποστάρεις κάτι που θεωρείς καλό, περνάει ώρα και… τίποτα. Και νιώθεις σαν να σου έπεσε το ταβάνι. Αυτό το μικρό κόκκινο εικονίδιο με τον αριθμό έχει γίνει, χωρίς να το καταλάβουμε, ένας από τους πιο ισχυρούς παράγοντες που επηρεάζουν τη διάθεσή μας, την αυτοεκτίμησή μας και ακόμα και τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας.

Γιατί όμως ένα απλό like μπορεί να μας ανεβάσει τόσο ψηλά ή να μας ρίξει τόσο χαμηλά;

Ο εγκέφαλος και η «δόση» της επιβεβαίωσης

Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται η ντοπαμίνη – ο νευροδιαβιβαστής που ο εγκέφαλός μας χρησιμοποιεί για να μας πει «αυτό που έκανες ήταν καλό, κάν’ το ξανά». Η ντοπαμίνη απελευθερώνεται όταν τρώμε κάτι νόστιμο, όταν αγκαλιάζουμε κάποιον που αγαπάμε, όταν κερδίζουμε κάτι. Και ναι, απελευθερώνεται και όταν βλέπουμε ότι κάποιος πάτησε like στη φωτογραφία μας.

Το θέμα είναι ότι τα social media δεν δίνουν αυτή την ανταμοιβή με σταθερό τρόπο. Δεν ξέρεις αν το επόμενο ποστ σου θα πάρει 5 likes ή 500. Αυτό ακριβώς το στοιχείο – η απρόβλεπτη ανταμοιβή – είναι που κάνει τη διαδικασία τόσο εθιστική. Οι ψυχολόγοι το ονομάζουν variable ratio schedule (μεταβλητό πρόγραμμα ενίσχυσης), μια τεχνική που ανακάλυψε ο B.F. Skinner πριν από δεκαετίες πειραματιζόμενος με ποντίκια. Όταν η ανταμοιβή έρχεται τυχαία, το πλάσμα (ή ο άνθρωπος) πιέζει τον μοχλό (ή ανανεώνει το feed) πολύ πιο επίμονα από ό,τι όταν η ανταμοιβή είναι προβλέψιμη.

Τα likes λειτουργούν σαν μικρές «δόσεις» ντοπαμίνης που έρχονται απρόβλεπτα. Και επειδή δεν ξέρεις πότε θα έρθει η επόμενη, ο εγκέφαλος μένει σε εγρήγορση. Ακριβώς όπως στα φρουτάκια: δεν παίζεις γιατί κερδίζεις κάθε φορά – παίζεις γιατί μπορεί να κερδίσεις την επόμενη.

Γιατί τα likes χτυπάνε τόσο βαθιά την αυτοεικόνα μας

Πέρα από τη ντοπαμίνη, υπάρχει και κάτι πιο βαθύ: η ανάγκη μας για κοινωνική αποδοχή. Από εξελικτική άποψη, το να μας αποδέχεται η ομάδα ήταν ζήτημα επιβίωσης. Τα likes έχουν γίνει μια ψηφιακή εκδοχή αυτής της αποδοχής – ένα γρήγορο, ποσοτικοποιήσιμο μέτρο του «πόσο αρέσουμε».

Όταν παίρνουμε πολλά likes, νιώθουμε ότι είμαστε αποδεκτοί, ελκυστικοί, ενδιαφέροντες. Η αυτοεκτίμησή μας ανεβαίνει στιγμιαία. Όταν όμως παίρνουμε λίγα (ή καθόλου), ο εγκέφαλος το ερμηνεύει σαν απόρριψη. Μελέτες δείχνουν ότι έφηβοι που λαμβάνουν λιγότερα likes από ό,τι περίμεναν σε πειραματικές συνθήκες αναφέρουν μεγαλύτερα συναισθήματα απόρριψης, θλίψης και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση.

Το χειρότερο; Η σύγκριση. Βλέπεις φίλους ή influencers με εκατοντάδες likes και νιώθεις ότι «κάτι φταίει σε μένα». Αυτό το φαινόμενο, γνωστό ως κοινωνική σύγκριση προς τα πάνω, εντείνεται στα social media όπου βλέπουμε μόνο τα highlights της ζωής των άλλων – ποτέ τις κακές μέρες, τις αμφιβολίες, τα φίλτρα που έπεσαν.

Πώς μας «εκπαιδεύουν» τα social media

Οι πλατφόρμες δεν είναι τυχαίες. Οι αλγόριθμοι μαθαίνουν από τη συμπεριφορά μας: ποια ποστ παίρνουν engagement, πότε είμαστε πιο ενεργοί, τι μας κρατάει περισσότερο online. Στόχος; να μας κρατήσουν όσο γίνεται περισσότερο στο app, γιατί εκεί βγάζουν λεφτά από διαφημίσεις.

Και το κάνουν εκμεταλλευόμενοι ακριβώς αυτούς τους μηχανισμούς:

  • Προβλέψιμη απροβλεψιμότητα → notifications που έρχονται τυχαία.
  • Κοινωνική ανταμοιβή → likes, comments, shares.
  • FOMO (fear of missing out) → stories που εξαφανίζονται σε 24 ώρες.

Με τον καιρό, ο εγκέφαλος προσαρμόζεται. Χρειάζεται όλο και περισσότερα likes για να πάρει την ίδια «δόση» ευχαρίστησης. Και όταν δεν τα παίρνει, νιώθουμε κενό, άγχος, ακόμα και συμπτώματα απόσυρσης.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Δεν χρειάζεται να διαγράψουμε τα πάντα (αν και μερικές φορές βοηθάει). Μικρές αλλαγές αρκούν:

  • Βάλε χρονικά όρια – π.χ. 20 λεπτά το πρωί και 20 το βράδυ.
  • Απενεργοποίησε τις ειδοποιήσεις για likes/comments.
  • Ποστάρε για σένα, όχι για τα likes. Ρώτα τον εαυτό σου: «Θα το έκανα αυτό και χωρίς να το δει κανείς;»
  • Θυμήσου ότι ο αριθμός δεν μετράει την αξία σου. Ένα like είναι ένα κλικ – όχι ψήφος εμπιστοσύνης στην ύπαρξή σου.

Τα likes δεν είναι κακά από μόνα τους. Είναι εργαλεία. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αφήνουμε αυτά τα εργαλεία να μετράνε την αυτοεκτίμησή μας. Ίσως η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να πάρουμε 1.000 likes, αλλά να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας ακόμα και αν πάρουμε μηδέν.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πραγματική επιβεβαίωση δεν έρχεται από μια ψηφιακή καρδούλα. Έρχεται από το να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να πεις: «Είμαι αρκετός». Με ή χωρίς likes.

author avatar
Takis Giannopoulos
Αγαπώ να γράφω για θέματα σύγχρονα