Σε κατάσταση βαθιάς οδύνης βρίσκεται το Λιθοβούνι Μακρυνείας, στην Αιτωλοακαρνανία, μετά το αιματηρό περιστατικό που σόκαρε την τοπική κοινωνία και άφησε πίσω του ένα χωριό παγωμένο από θλίψη και αναπάντητα «γιατί». Θύμα της δολοφονίας είναι ο πρόεδρος της κοινότητας, Κώστας Αλεξανδρής, ένας άνθρωπος ιδιαίτερα αγαπητός, ενώ ως δράστης φέρεται άνδρας που στο παρελθόν υπήρξε στενός και παιδικός του φίλος.
Οι δύο άνδρες, σύμφωνα με κατοίκους της περιοχής, είχαν δεσμό ζωής και καθημερινή επαφή επί δεκαετίες. Κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι αυτή η σχέση εμπιστοσύνης θα οδηγούσε σε μια τόσο βίαιη κατάληξη. Ωστόσο, όπως αναφέρουν μαρτυρίες, η φιλία τους διαλύθηκε όταν η σύζυγος του κοινοτάρχη διατηρούσε ερωτική σχέση με τον μετέπειτα δράστη και απομακρύνθηκε από το οικογενειακό της περιβάλλον για περίπου έναν χρόνο.
Μετά τη λήξη της σχέσης αυτής, η γυναίκα επέστρεψε στον σύζυγό της. Εκείνος, σύμφωνα με τους συγχωριανούς τους, την αποδέχθηκε ξανά, βάζοντας πάνω απ’ όλα το παιδί τους. Παρά την προσπάθεια επανένωσης, η πληγή δεν επουλώθηκε ποτέ. «Τον σταυρό του, τον κουβαλούσε μόνος του» λένε άνθρωποι που τον γνώριζαν καλά.
Από εκείνο το σημείο και έπειτα, οι σχέσεις των δύο πρώην φίλων ήταν εκρηκτικές. Κάθε τυχαία συνάντηση συνοδευόταν από βαριές κουβέντες, εντάσεις και απειλές, γεγονός γνωστό σε ολόκληρο το χωριό. Λόγια που, όπως αποδείχθηκε, δεν έμειναν μόνο στα λόγια.
Η δολοφονία του κοινοτάρχη έχει συγκλονίσει τους κατοίκους, που αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της τραγωδίας. «Δυστυχώς ο πρόεδρος μας χάθηκε με βίαιο τρόπο, αφήνοντας πίσω του ένα παιδί και εμάς βυθισμένους στο πένθος» λένε, ενώ για τον δράστη προσθέτουν με πίκρα: «τον πρόδωσε, τον πλήγωσε και τον σκότωσε».
Αποχώρησε από το χωριό η σύζυγος του θύματος
Σύμφωνα με πληροφορίες από το χωριό, η σύζυγος του 51χρονου θύματος, σε κατάσταση σοκ και ψυχικής κατάρρευσης, απομακρύνθηκε από το Λιθοβούνι μετά το φονικό και φιλοξενείται σε συγγενικό της πρόσωπο, αδυνατώντας να διαχειριστεί τα γεγονότα.
Ο καθ’ ομολογίαν δράστης αναμένεται να οδηγηθεί στα δικαστήρια Μεσολογγίου για να απολογηθεί για την πράξη του, ενώ οι Αρχές εξετάζουν με προσοχή τους ισχυρισμούς του περί φόβου και αυτοάμυνας. Ο 45χρονος υποστηρίζει ότι είδε το θύμα να τον σημαδεύει από το αυτοκίνητό του και φοβήθηκε για τη ζωή του. Ωστόσο, η εκδοχή αυτή δεν φαίνεται να πείθει τους αστυνομικούς.
Πώς εκτυλίχθηκε το φονικό
Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία της έρευνας, ο δράστης φέρεται να είχε στήσει ενέδρα. Όταν ο 51χρονος περνούσε με το όχημά του, δέχθηκε τρεις πυροβολισμούς. Χτυπημένος, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο κατέληξε σε χωράφια της περιοχής.
Κατά την αυτοψία, οι αστυνομικοί εντόπισαν το θύμα μπρούμυτα προς τη θέση του συνοδηγού, ενώ μέσα στο όχημα βρέθηκε κυνηγετική καραμπίνα, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι ήταν και ο ίδιος οπλισμένος. Σκάγια εντοπίστηκαν τόσο στο εμπρός όσο και στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, γεγονός κρίσιμο για τη βαλλιστική ανάλυση.
Λίγες ώρες αργότερα, ο δράστης επικοινώνησε με τις Αρχές και δήλωσε πρόθυμος να παραδοθεί, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ελάτε να με πάρετε από το σπίτι, εγώ τον σκότωσα». Παρέδωσε και το όπλο που χρησιμοποίησε και κρατείται, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται για να αποσαφηνιστούν πλήρως τα κίνητρα και οι συνθήκες της δολοφονίας.
Το σκοτεινό παρασκήνιο
Τρεις πυροβολισμοί, μια μακροχρόνια ερωτική αντιζηλία, απειλές και μια επανασύνδεση λίγους μήνες πριν συνθέτουν το ζοφερό σκηνικό της δολοφονίας που συγκλόνισε τη Μεσάριστα Μακρυνείας, κοντά στο Αγρίνιο.
Ο 44χρονος φέρεται να πυροβόλησε τον 50χρονο κοινοτάρχη, άνθρωπο με τον οποίο είχαν κοινή πορεία ζωής από την εφηβεία. Παρά τους ισχυρισμούς περί αυτοάμυνας και τη φράση που φέρεται να είπε στους αστυνομικούς —«Η αυτός ή εγώ»— τα στοιχεία της δικογραφίας εξετάζονται εξονυχιστικά, καθώς δύο πυρά στο πίσω μέρος του οχήματος του θύματος δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα.
Η τοπική κοινωνία παραμένει βυθισμένη στη σιωπή και τον πόνο, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς μια προσωπική διαμάχη μετατράπηκε σε μια ανεπανόρθωτη τραγωδία.
