Ο Φρανκ Γκέρι, που Μετέτρεψε το Μπιλμπάο σε Θρύλο και τα Κτίρια σε Γλυπτά Ζωντανά, Πέθανε στα 96

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

6 Δεκεμβρίου 2025

Σε μια είδηση που σκόρπισε θλίψη στον κόσμο της τέχνης και της αρχιτεκτονικής, ο Φρανκ Ο. Γκέρι, ο Καναδός-Αμερικανός αρχιτέκτονας που έδωσε νέα πνοή σε πόλεις και μουσεία με τις εκκεντρικές, καμπυλωτές δημιουργίες του, έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025, σε ηλικία 96 ετών. Ο θάνατός του, που οφείλεται σε σύντομη αναπνευστική λοίμωξη, επιβεβαιώθηκε από τη Μίγκαν Λόιντ, επικεφαλής του γραφείου του Gehry Partners, στο σπίτι του στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια. Με τον Γκέρι φεύγει όχι μόνο ένας δημιουργός, αλλά ένας επαναστάτης που έκανε τα κτίρια να μοιάζουν με χορευτικά όντα, αρνούμενος πεισματικά τις ευθείες γραμμές και τις συμβάσεις.

Γεννημένος ως Φρανκ Οουεν Γκόλντμπεργκ στις 28 Φεβρουαρίου 1929 σε μια εργατική εβραϊκή οικογένεια στο Τορόντο του Καναδά, ο Γκέρι μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η φαντασία ήταν ο μοναδικός τρόπος να ξεφύγει από τις δυσκολίες. Ως παιδί, θυμόταν να παίζει με ένα ψάρι που έφερνε η μητέρα του σπίτι, μέχρι να το μαγειρέψει για γκεφίλτε φις – μια εικόνα που αργότερα ενέπνευσε τις καμπύλες, «ψαροειδείς» φόρμες στα έργα του. Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, η οικογένειά του μετακόμισε στο Λος Άντζελες, όπου σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, ενώ υπηρέτησε και σύντομα στον αμερικανικό στρατό. Η αλλαγή του επωνύμου του σε «Γκέρι» ήρθε αργότερα, ως φόρος τιμής στον πατριό του.

Η καριέρα του Γκέρι ξεκίνησε αργά, αλλά με εκρηκτική δύναμη. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970, πειραματίστηκε με φθηνά υλικά όπως φράχτες από αλυσίδα και κόντρα πλακέ, δημιουργώντας το δικό του σπίτι στο Σάντα Μόνικα – ένα «χάος» από γωνίες και υλικά ανακυκλωμένα, που έγινε σύμβολο της ανεπίσημης, «ad hoc» αισθητικής του. «Δεν μπαίνεις στην αρχιτεκτονική για το εγώ σου. Το κάνεις για να βελτιώσεις τον κόσμο. Η δόξα έρχεται μετά», έλεγε συχνά, αποτυπώνοντας τη φιλοσοφία του: η αρχιτεκτονική δεν είναι μόνο κατασκευή, αλλά εργαλείο για να αλλάξει η καθημερινότητα των ανθρώπων.

Το όνομά του, όμως, χαράχτηκε ανεξίτηλα στην ιστορία με το Μουσείο Γκουγκενχάιμ του Μπιλμπάο, που εγκαινιάστηκε το 1997. Αυτό το τιτάνιο, ακανόνιστο κτίριο, ντυμένο με τιτάνιο και να μοιάζει με σμήνη πουλιών έτοιμο να απογειωθεί, δεν ήταν απλώς ένα μουσείο: ήταν η «έκρηξη» που ξύπνησε μια βιομηχανική πόλη σε παρακμή. Το «φαινόμενο Μπιλμπάο», όπως ονομάστηκε, έφερε εκατομμύρια τουρίστες, οικονομική άνθηση και έμπνευση σε αρχιτέκτονες παγκοσμίως – αποδεικνύοντας ότι ένα κτίριο μπορεί να αλλάξει την τύχη μιας πόλης. «Ήταν σαν να έριξες μια βόμβα ομορφιάς σε μια κοιμισμένη γωνιά της Ισπανίας», σχολίασε ένας κριτικός της εποχής.

Από εκεί και πέρα, ο Γκέρι δεν σταμάτησε. Στο Λος Άντζελες, το Walt Disney Concert Hall (2003) έγινε ο νέος πυρήνας της πόλης, με τις ατσάλινες καμπύλες του να αντανακλούν τον ήλιο σαν κύματα ωκεανού, ενώ το IAC Building στη Νέα Υόρκη έφερε τις «εκρήξεις» του στη Wall Street. Στην Πράγα, το «Χορευτικό Σπίτι» (1996) έκανε τα διαμερίσματα να μοιάζουν με ζευγάρι που χορεύει τανγκό, και στο Λας Βέγκας, το Lou Ruvo Center for Brain Health (2010) ένωσε λειτουργικότητα με ποίηση, βοηθώντας ασθενείς με νευρολογικές παθήσεις μέσα σε ένα «όνειρο μετάλλου». Πάντα πρωτοπόρος, υιοθέτησε νωρίς λογισμικό όπως το CATIA της αεροναυτικής, επιτρέποντας σε κτίρια να «διπλώνουν» και να «στρίβουν» όπως ποτέ πριν – ένα στυλ που ονομάστηκε «ντεκονστρουκτιβισμός», αλλά για εκείνον ήταν απλώς «η αλήθεια της ζωής: χάος και κίνηση».

Παρά τις διαμάχες –κάποιοι τον αποκαλούσαν «εκκεντρικό» ή «υπερβολικό»–, ο Γκέρι κέρδισε βραβεία όπως το Pritzker (1989), το υψηλότερο στη δική του πειθαρχία, και έγινε ο πιο αναγνωρίσιμος Αμερικανός αρχιτέκτονας μετά τον Φρανκ Λόιντ Ράιτ. Στα social media, η είδηση του θανάτου του προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση, με χρήστες να μοιράζονται φωτογραφίες από τα έργα του και να λένε: «Ο Γκέρι μας δίδαξε ότι τα κτίρια μπορούν να χαμογελούν».

Παντρεμένος δύο φορές, είχε τρεις κόρες –η μία, η Λέσλι, έφυγε πρόωρα από καρκίνο το 2008. Μέχρι τα βαθιά γεράματα, παρέμενε ενεργός, σχεδιάζοντας έργα όπως το Facebook Headquarters και αρνούμενος να συνταξιοδοτηθεί. «Η αρχιτεκτονική είναι για την αισιοδοξία, όχι για τη θλίψη», έλεγε. Σήμερα, ο κόσμος αποχαιρετά έναν άνθρωπο που έκανε το αδύνατο πραγματικότητα: να δώσει μορφή στο χάος της ζωής μας, κάνοντάς την πιο όμορφη. Τα κτίριά του μένουν εδώ, να χορεύουν για πάντα.