Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία διέλευσης ενέργειας παγκοσμίως, κλιμακώνεται εκ νέου σήμερα, με το Ιράν να εξαπολύει επιθέσεις drones και πυραύλων εναντίον στόχων στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, σε απάντηση στα αμερικανικά πλήγματα του Σαββατοκύριακου. Καπνοί υψώνονταν από κτίριο κατοικιών στο Muharraq του Μπαχρέιν, το οποίο σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών της χώρας χτυπήθηκε από ιρανικό drone, ενώ η κουβετιανή αντιαεροπορική άμυνα ανέφερε ότι αντιδρά σε εχθρικά πλήγματα πυραύλων και drones.
Οι νέες επιθέσεις έρχονται λίγες ώρες μετά από δηλώσεις ιρανικών αξιωματούχων που προειδοποιούσαν για αντίποινα εναντίον αμερικανικών βάσεων στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, ως απάντηση στα αμερικανικά πλήγματα αντιποίνων του Σαββάτου. Το Κεντρικό Διοικητικό Επιτελείο των ΗΠΑ (CENTCOM) ανέφερε ότι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν εκ νέου ιρανικούς στόχους την Κυριακή το πρωί, ώρα Ιράν. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, σε δηλώσεις του το Σάββατο, προειδοποίησε ότι ο αμερικανικός στρατός θα «ολοκληρώσει τη δουλειά» αν το Ιράν δεν συμμορφωθεί με την εκεχειρία, καθώς Τεχεράνη και Ουάσιγκτον φαίνεται να διαφωνούν ακόμη και σε βασικά σημεία του μνημονίου κατανόησης που είχαν υπογράψει, μεταξύ άλλων για τον έλεγχο του στενού.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγκτσί, δήλωσε σήμερα ότι κάθε προσπάθεια υιοθέτησης νέων ή ξεχωριστών διευθετήσεων για το στενό, διαφορετικών από εκείνες που εφαρμόζει η Ισλαμική Δημοκρατία, θα οδηγήσει μόνο σε περιπλοκότερες καταστάσεις και καθυστερήσεις στην επανέναρξη της κανονικής διέλευσης, αυξάνοντας τις τάσεις στην περιοχή σύμφωνα με δηλώσεις του στο πρακτορείο Reuters και σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Ιρακινό ομόλογό του.
Το προ-ιστορικό της κρίσης
Η διέλευση εμπορικών πλοίων από το στενό έχει διαταραχθεί σε μεγάλο βαθμό από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν αεροπορικό πόλεμο εναντίον του Ιράν. Σε αντίποινα, η Επανασταστική Φρουρά του Ιράν απαγόρευσε τη διέλευση, επιβιβάστηκε και επιτέθηκε σε εμπορικά πλοία, και τοποθέτησε ναυτικές νάρκες στο στενό. Μέχρι την έναρξη του πολέμου, περίπου το 25% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και το 20% του υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχονταν από το στενό, ενώ η διεθνής Ναυτιλιακή Οργάνωση είχε αναφέρει ότι περίπου 20.000 ναυτικοί και 2.000 πλοία είχαν παγιδευτεί στον Περσικό Κόλπο.
Στις 17 Ιουνίου, ΗΠΑ και Ιράν υπέγραψαν μνημόνιο κατανόησης που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, συζήτηση για τη «μελλοντική διαχείριση» του στενού μεταξύ Ιράν και Ομάν, των δύο χωρών με ακτές στο πέρασμα σύμφωνα με το άρθρο 5 του μνημονίου. Ωστόσο, οι διαφωνίες παραμένουν έντονες: το Ομάν ανακοίνωσε τη δημιουργία δύο προσωρινών ναυτιλιακών διαδρομών μέσω του στενού σε συνεργασία με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, αλλά το Ιράν απέρριψε τη ρύθμιση, υποστηρίζοντας ότι είχε εγκρίνει μόνο μία διαδρομή, κοντά στις ιρανικές ακτές. Οι ΗΠΑ ενθαρρύνουν τα πλοία να χρησιμοποιούν τη διαδρομή του Ομάν, ενώ το Ιράν επιμένει ότι κάθε σκάφος πρέπει να ζητά την άδειά του πριν διελεύσει το στενό.
Η αμφίρροπη ένταση των τελευταίων ημερών
Η κατάρρευση της εκεχειρίας ξεκίνησε ουσιαστικά το βράδυ της Πέμπτης προς Παρασκευή, όταν ένα δεξαμενόπλοιο που διέρχονταν κοντά στο στενό, με σημαία Παναμά και φόρτωμα πάνω από 2 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, χτυπήθηκε από «μη αναγνωρισμένο βλήμα», σύμφωνα με τον βρετανικό οργανισμό ναυτιλιακής ασφάλειας UKMTO. Το πλοίο, που αναγνωρίστηκε ως το tanker KIKU, υπέστη ζημιές στη γέφυρα, χωρίς ωστόσο να αναφερθούν θύματα στο πλήρωμα. Σε απάντηση, αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη έπληξαν ιρανικές εγκαταστάσεις στρατιωτικής επιτήρησης, συστήματα επικοινωνιών, αντιαεροπορικά συστήματα, αποθήκες drones και δυνατότητες ναρκοθέτησης, με εκρήξεις να ακούγονται στην περιοχή του Σιρίκ, στα νότια παράλια του Ιράν.
Το Ιράν, από την πλευρά του, κατήγγειλε τα πλήγματα ως «κατάφωρη παραβίαση» τόσο του μνημονίου όσο και του Χάρτη του ΟΗΕ σύμφωνα με ανακοίνωση του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Παράλληλα, η ηγεσία της Επανασταστικής Φρουράς δήλωσε ότι λαμβάνει μέτρα για τον έλεγχο της κυκλοφορίας στο στενό —μέσω του οποίου σε καιρό ειρήνης διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου αερίου— προειδοποιώντας ότι τα πλοία που θα παραβιάζουν τους κανόνες θα αντιμετωπίζονται πιο αυστηρά από πριν.
Οικονομικός αντίκτυπος και διεθνείς αντιδράσεις
Παρά τις εντάσεις, η ροή πετρελαίου από το στενό είχε καταγράψει πρόσφατα ρεκόρ, με τις ΗΠΑ να αναφέρουν τη μεταφορά 16 έως 20 εκατομμυρίων βαρελιών σε διάστημα 24 ωρών στα μέσα Ιουνίου — ποσότητα που ξεπερνά και τα προπολεμικά επίπεδα, αν και ο συνολικός αριθμός διελεύσεων πλοίων παρέμενε στο περίπου ένα τρίτο της κανονικότητας, υποδεικνύοντας μεταφορά μέσω μεγαλύτερων, λιγότερων δεξαμενόπλοιων. Η αβεβαιότητα έχει ωστόσο ήδη μετατρέψει την κρίση σε μακροοικονομικό γεγονός, με αυξήσεις στις αποδόσεις των αμερικανικών 10ετών ομολόγων πάνω από το 4,5%, ιστορικά υψηλά στα ιαπωνικά 30ετή ομόλογα και πτώση στον δείκτη S&P 500.
Διπλωματικά, ο πρόεδρος Τραμπ είχε συναντηθεί πρόσφατα στο Πεκίνο με τον Σι Τζινπίνγκ, με τον Λευκό Οίκο να αναφέρει πως αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν ότι το στενό «πρέπει να παραμείνει ανοιχτό», ενώ η κινεζική πλευρά δεσμεύτηκε να μην παρέχει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν. Στο εσωτερικό μέτωπο των ΗΠΑ, η Γερουσία πέρασε πρόσφατα ψήφισμα πολεμικών εξουσιών που επικρίνει τον Τραμπ για τον χειρισμό της σύγκρουσης με το Ιράν — την πρώτη φορά που περνά τέτοιο ψήφισμα κατά τη διάρκεια της κρίσης, μετά από επτά αποτυχημένες προηγούμενες προσπάθειες.
Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή, με αναλυτές να προειδοποιούν ότι, εφόσον το στενό δεν επανέλθει πλήρως σε κανονική λειτουργία τις επόμενες εβδομάδες, η ομαλοποίηση της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας ενδέχεται να μην επιτευχθεί πριν από το 2027.
