ΦΠΑ και Παραγωγικότητα: Γιατί τα υψηλά φορολογικά έσοδα δεν λύνουν το διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

7 Σεπτεμβρίου 2026

Η ελληνική οικονομία καταγράφει αυξημένα φορολογικά έσοδα το 2026, με τον ΦΠΑ να αποτελεί βασικό πυλώνα της χρηματοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού. Ταυτόχρονα όμως, τα διαρθρωτικά στοιχεία δείχνουν ότι η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ανοίγοντας τη συζήτηση για το αν η ενίσχυση των δημοσίων εσόδων μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Τα έσοδα από ΦΠΑ στηρίζουν τον προϋπολογισμό

Σύμφωνα με τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού που ανακοίνωσε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στα 4,491 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 2,538 δισ. ευρώ. Η υπεραπόδοση αυτή συνδέθηκε με την καλύτερη πορεία των φορολογικών εσόδων, μεταξύ άλλων από ΦΠΑ, φόρους ακινήτων και άμεσους φόρους εισοδήματος.

Ωστόσο, τα στοιχεία έχουν πλέον επικαιροποιηθεί. Για την περίοδο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026, τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 45,258 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας υπέρβαση έναντι του στόχου κατά 2,026 δισ. ευρώ.

Ειδικότερα, τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε 17,740 δισ. ευρώ στο επτάμηνο. Η υπέρβαση έναντι του στόχου, σύμφωνα με το Υπουργείο, ανέρχεται σε 739 εκατ. ευρώ, εφόσον εξαιρεθεί η επίδραση ύψους 306 εκατ. ευρώ από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού.

Σε προγενέστερο τετράμηνο του έτους, τα έσοδα από ΦΠΑ είχαν φτάσει τα 9,998 δισ. ευρώ, με υπέρβαση 559 εκατ. ευρώ έναντι των προβλέψεων — σε αντίθεση με τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης, που υστέρησαν κατά 181 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω μειωμένων εισπράξεων από τον ΕΦΚ ενεργειακών προϊόντων.

Το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού 2026 προέβλεπε συνολικά φορολογικά έσοδα ύψους 73,527 δισ. ευρώ, έναντι 70,878 δισ. ευρώ το 2025.

Το χάσμα παραγωγικότητας παραμένει ανοιχτό

Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για λογαριασμό του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ). Σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί περίπου στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ σε όρους παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας περιορίζεται περίπου στο 43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η ίδια μελέτη επισημαίνει ότι η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας το 2024 παρέμενε περίπου στα επίπεδα του 2000, γεγονός που αναδεικνύει το βάθος του διαρθρωτικού προβλήματος.

Παράλληλα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις περισσότερες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο. Οι πολλές ώρες εργασίας, ωστόσο, δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα υψηλή παραγωγικότητα ανά ώρα.

Γιατί τα υψηλότερα φορολογικά έσοδα δεν αποτελούν λύση στο πρόβλημα παραγωγικότητας

Η άνοδος των εσόδων από ΦΠΑ συνδέεται με την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας και της κατανάλωσης, αλλά επηρεάζεται επίσης από τις τιμές, τη φορολογική συμμόρφωση και άλλους παράγοντες. Συνεπώς, η αύξηση των φορολογικών εσόδων δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ένδειξη παραγωγικής αναβάθμισης της οικονομίας.

Με άλλα λόγια, η ισχυρή αύξηση των φορολογικών εσόδων και το πρόβλημα παραγωγικότητας είναι δύο διαφορετικά ζητήματα: το πρώτο αφορά τη δημοσιονομική επίδοση του κράτους, ενώ το δεύτερο αφορά τη διαρθρωτική ικανότητα της οικονομίας να παράγει περισσότερη προστιθέμενη αξία με τους διαθέσιμους πόρους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αύξηση της κατανάλωσης ή των φορολογικών εσόδων δεν έχει θετική δημοσιονομική σημασία. Σημαίνει ότι δεν αποτελεί από μόνη της υποκατάστατο των επενδύσεων, της τεχνολογικής αναβάθμισης, της βελτίωσης των δεξιοτήτων και των θεσμικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για τη διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας.

Όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχθηκε τα τελευταία χρόνια σε σημαντικό βαθμό στην αύξηση της απασχόλησης αντιμετωπίζει περιορισμούς, ιδίως λόγω της δυσμενούς δημογραφικής τάσης της χώρας. Αυτό καθιστά την αύξηση της παραγωγικότητας ολοένα σημαντικότερη προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης.

Ποιες πολιτικές προτείνουν οι επιχειρηματικοί και ερευνητικοί φορείς

Σε πρόσφατη ανάλυσή τους, ΣΕΒ και ΙΟΒΕ διατύπωσαν ένα συγκεκριμένο πλέγμα προτεινόμενων παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του διαρθρωτικού προβλήματος παραγωγικότητας:

  • Αύξηση επιχειρηματικών επενδύσεων, με στόχο τη σύγκλιση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • Τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και ενίσχυση των δαπανών σε έρευνα και ανάπτυξη (R&D)
  • Σταδιακή αύξηση του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων, μέσω συνεργασιών και συγχωνεύσεων
  • Απλοποίηση αδειοδοτήσεων και μείωση της ρυθμιστικής επιβάρυνσης
  • Επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης
  • Επενδυτικά κίνητρα, όπως υπεραποσβέσεις και επιταχυνόμενες αποσβέσεις
  • Στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές και βελτίωση των ψηφιακών δεξιοτήτων
  • Πολιτικές ενίσχυσης της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων

Η μελέτη ΙΟΒΕ-ΣΕΒ δίνει, τέλος, έμφαση και στον ρόλο του κράτους, περιγράφοντας θεσμικές παρεμβάσεις που κρίνονται απαραίτητες για τη δημιουργία φιλικότερου περιβάλλοντος προς τις επενδύσεις και την παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας.

Σημείωση πηγών: Το άρθρο βασίζεται σε δημόσια διαθέσιμα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, της Eurostat, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και μελέτες του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ. Οι προτάσεις πολιτικής που παρατίθενται αντανακλούν τις θέσεις συγκεκριμένων φορέων (ΣΕΒ-ΙΟΒΕ) και όχι πλήρες φάσμα απόψεων.