«Θα μειώσουμε τους φόρους.»
«Θα φέρουμε δουλειές.»
«Θα τελειώσουμε τον πόλεμο σε έξι μήνες.»
«Θα κάνουμε την Ελλάδα Ιαπωνία της Ευρώπης.»
«Θα σκίσουμε τα μνημόνια με έναν νόμο και ένα άρθρο.»
«Θα φτιάξουμε το κράτος ψηφιακό σε δύο χρόνια.»
«Θα εξαλείψουμε τη φτώχεια μέχρι το 2030.»
Κάθε προεκλογική περίοδος, κάθε κρίση, κάθε αλλαγή φρουράς συνοδεύεται από ένα τσουνάμι από «θα». Λέξεις που ακούγονται σαν βάλσαμο, που γεμίζουν αίθουσες και τηλεοπτικά παράθυρα, που γίνονται memes, σλόγκαν και εξώφυλλα. Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα, οι περισσότερες από αυτές τις υποσχέσεις μοιάζουν με παλιές αφίσες που ξεθωριάζουν στους στύλους της ΔΕΗ: ξέρουμε ότι ήταν εκεί, αλλά κανείς δεν θυμάται ακριβώς τι έλεγαν.
Το “θα” ως εργαλείο επιβίωσης
Η υπόσχεση δεν είναι απλώς πολιτικό εργαλείο· είναι ψυχολογικό αναισθητικό. Σε στιγμές φόβου, αβεβαιότητας ή οργής, ο εγκέφαλος του πολίτη δεν ζητάει λύσεις – ζητάει ελπίδα. Και η ελπίδα πωλείται φτηνά με ρήματα μέλλοντα.
- Το 2009 ο Γιώργος Παπανδρέου υποσχέθηκε «λεφτά υπάρχουν». Δεν υπήρχαν.
- Το 2015 ο Αλέξης Τσίπρας υποσχέθηκε «go back κυρία Μέρκελ». Η Μέρκελ δεν πήγε πουθενά, το τρίτο μνημόνιο ήρθε.
- Το 2019 ο Κυριάκος Μητσοκάκης υποσχέθηκε «σταθερό φορολογικό περιβάλλον για 10 χρόνια». Το 2024 ψήφισε 7 φορολογικούς νόμους σε 18 μήνες.
Κανείς δεν εκπλήσσεται πια. Η υπόσχεση έχει γίνει το νόμισμα της εξουσίας που όλοι ξέρουν ότι είναι πλαστό, αλλά συνεχίζουν να το δέχονται γιατί δεν υπάρχει εναλλακτικό.
Γιατί οι πολιτικοί λένε πάντα “θα” και όχι “κάνω”
- Το μέλλον δεν ελέγχεται.
Μπορείς να κατηγορηθείς για αυτά που έκανες, όχι για αυτά που δεν πρόλαβες να κάνεις. - Η μνήμη του εκλογικού σώματος είναι χρυσόψαρο.
Μελέτες δείχνουν ότι μετά από 4-5 χρόνια, λιγότερο από 15% των ψηφοφόρων θυμούνται συγκεκριμένες προεκλογικές εξαγγελίες. - Η αντιπολίτευση ζει από το “θα”.
Όταν είσαι στην εξουσία, πρέπει να απολογηθείς. Όταν είσαι απέναντι, μπορείς να πουλάς όνειρα χωρίς απόδειξη. - Το “θα” είναι viral.
«Θα διώξω τους λαθρομετανάστες» χωράει σε 10 δευτερόλεπτα TikTok.
«Θα φτιάξω ένα ολοκληρωμένο σύστημα ασύλου με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση» δεν γίνεται ούτε τίτλος.
Οι τρεις κατηγορίες “θα”
- Τα ειλικρινή “θα” που δεν γίνονται ποτέ
(λόγω ανικανότητας ή απρόβλεπτων γεγονότων – βλ. πανδημία, πόλεμος, φυσικές καταστροφές) - Τα σκόπιμα ψεύτικα “θα”
(εκείνα που λέγονται γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να γίνουν – κλασικό παράδειγμα: «κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη») - Τα “θα” που γίνονται… αλλιώς
(το περίφημο «το πνεύμα του νόμου». Π.χ. «Θα μειώσουμε τον ΕΝΦΙΑ» → τον μείωσαν κατά 70 ευρώ το χρόνο για το μέσο διαμέρισμα και το παρουσίασαν ως θρίαμβο)
Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα
Υπάρχουν ελάχιστες φορές που το “θα” έγινε πράξη με τρόπο που άλλαξε τη χώρα:
- 1981: «Αλλαγή» → Εθνικό Σύστημα Υγείας, ΑΣΕΠ, αναγνώριση Εθνικής Αντίστασης
- 1996-2004: «Εκσυγχρονισμός» → ΟΝΕ, ευρώ, Ολυμπιακοί Αγώνες, Κυπριακό (μέχρι το 2004)
- 2020-2022: «Ψηφιακό κράτος» → gov.gr, 1.500+ υπηρεσίες online μέσα σε δύο χρόνια (ακόμα και οι πολέμιοι παραδέχονται ότι έγινε)
Αλλά ακόμα κι αυτά τα επιτεύγματα συνοδεύτηκαν από δεκάδες “θα” που ξεχάστηκαν: «Θα καταργήσουμε τον φόρο στο κρασί», «θα κλείσουμε τη χωματερή της Φυλής μέχρι το 2000», «θα φτιάξουμε μετρό στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 2008».
Το κόστος του κενού
Κάθε “θα” που μένει κενό δεν είναι απλώς μια ακόμα αποτυχία. Είναι μια ακόμα ρωγμή στην εμπιστοσύνη.
Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο (φθινόπωρο 2024), μόνο το 21% των Ελλήνων εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα – το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μαζί με τη Βουλγαρία.
Κάθε «θα» που γίνεται «δεν» προσθέτει ένα τούβλο στον τοίχο της αποχής, της οργής, του λαϊκισμού και τελικά της απάθειας.
Τι μένει λοιπόν;
Μένει η πιο σκληρή αλήθεια: οι πολίτες δεν είναι πια αφελείς. Ξέρουν ότι το “θα” είναι συνήθως αέρας.
Απλώς δεν έχουν βρει ακόμα τρόπο να ζήσουν χωρίς αυτό.
Γιατί η ελπίδα, ακόμα κι όταν ξέρεις ότι είναι ψεύτικη, είναι το μόνο που σε κάνει να σηκωθείς από τον καναπέ και να πας να ψηφίσεις.
Κι έτσι, κάθε τέσσερα χρόνια, το έργο επαναλαμβάνεται:
Μια νέα γενιά υποσχέσεων,
μια παλιά γενιά απογοητεύσεων,
και το ίδιο ατέλειωτο “θα” που αιωρείται πάνω από τη χώρα
σαν σύννεφο που δεν βρέχει ποτέ.


