Σε φορτισμένη ατμόσφαιρα συνεχίστηκε σήμερα, Δευτέρα 27 Απριλίου 2026, η ακροαματική διαδικασία για τη φονική σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, η οποία τελικά διεκόπη και θα συνεχιστεί αύριο, Τρίτη 28 Απριλίου.
Κατά τη διάρκεια της σημερινής συνεδρίασης ολοκληρώθηκαν οι δηλώσεις παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Ωστόσο, από την πλευρά των κατηγορουμένων, όλοι οι συνήγοροι υπεράσπισης αιτήθηκαν προθεσμία, προκειμένου να ενημερωθούν και να εξετάσουν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις ενστάσεις τους.
Όπως ανέφεραν ενώπιον του δικαστηρίου, ο διαθέσιμος χρόνος δεν επαρκεί για τη μελέτη του υλικού έως την επόμενη ημέρα, με την εισαγγελέα να εισηγείται τη διακοπή της διαδικασίας και τη συνέχισή της σύμφωνα με τον ήδη καθορισμένο προγραμματισμό από τη Μεγάλη Δευτέρα.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, το δικαστήριο αποφάσισε τη διακοπή της δίκης για αύριο.
Έντονες αντιδράσεις για ενδεχόμενη καθυστέρηση εβδομάδων
Νωρίτερα, ισχυρές αντιδράσεις προκάλεσε η τοποθέτηση της προέδρου της έδρας, σύμφωνα με την οποία η επόμενη δικάσιμος ενδέχεται να οριστεί μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, εξαιτίας εκτεταμένων εργασιών στον χώρο διεξαγωγής της δίκης. Οι συνήγοροι των οικογενειών των θυμάτων χαρακτήρισαν την εξέλιξη αυτή απαράδεκτη, υποστηρίζοντας ότι επηρεάζει αρνητικά την πορεία της διαδικασίας.
Οι αντιδράσεις εκδηλώθηκαν σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, καθώς το ελληνικό Δημόσιο δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας εις βάρος τεσσάρων κατηγορουμένων. Το κλίμα, τόσο εντός της αίθουσας όσο και εκτός, παραμένει τεταμένο, με τη συζήτηση να επεκτείνεται πλέον πέρα από την ουσία της υπόθεσης και στις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται η δίκη.
Ειδικότερα, το ελληνικό Δημόσιο προχώρησε σε δήλωση παράστασης για ηθική βλάβη που αφορά τον σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας, τους σταθμάρχες της απογευματινής βάρδιας, καθώς και τον προϊστάμενο του Τμήματος Επιθεώρησης Λάρισας της Υπηρεσίας Υποστήριξης Κυκλοφορίας Σιδηροδρόμων Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδας.
Οι εξελίξεις αυτές πυροδότησαν έντονες αντιδράσεις από τους συνηγόρους των συγγενών, οι οποίοι φώναζαν πως «είναι πρόκληση», ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου σημείωσε πως «δηλώθηκε για πρώτη φορά δήλωση παράστασης της κατηγορίας με τρόπο προκλητικό για τους τέσσερις πρώτους κατηγορουμένους… η πλευρά των συνηγόρων και των συγγενών απέναντι σε αυτό έχουν δικαίωμα και καθήκον να αντιδράσουν. Αποτελεί χονδροειδή λαθροχειρία».
Από την πλευρά της, η συνήγορος συγγενών θυμάτων Μαίρη Χατζηκωνσταντίνου χαρακτήρισε την εξέλιξη αδικαιολόγητη, επισημαίνοντας ότι, παρότι έχουν περάσει εβδομάδες από την ολοκλήρωση των σχετικών δηλώσεων, εξακολουθεί να δίνεται χρόνος για διαδικαστικά ζητήματα, τη στιγμή που –όπως υπογράμμισε– η δίκη θα έπρεπε να προχωρά κανονικά.
Σύνδεσε, μάλιστα, την καθυστέρηση με τις καταγγελίες για την καταλληλότητα της αίθουσας, κάνοντας λόγο για χώρο που, σύμφωνα με όσα ανέφερε, δεν πληροί βασικές προδιαγραφές, καθώς πρόκειται για υπόγειο πρώην εστιατόριο.
Τόνισε επίσης ότι οι συγγενείς των θυμάτων, πολλοί εκ των οποίων μετακινούνται από το εξωτερικό ή από άλλες περιοχές της χώρας, επιβαρύνονται ψυχολογικά, κάνοντας λόγο για «ευθεία απαξίωση» εις βάρος τους.
Υπογράμμισε ακόμη πως οι απαραίτητες παρεμβάσεις θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί εγκαίρως, χωρίς να οδηγούν τώρα σε καθυστερήσεις, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο μετάθεσης της διαδικασίας για το επόμενο δικαστικό έτος.
Ανάλογη στάση κράτησε και ο συνήγορος Λουκάς Αποστολίδης, ο οποίος μίλησε για έλλειψη σεβασμού προς τους συγγενείς και την κοινωνία, επισημαίνοντας ότι μια τόσο σοβαρή δίκη οφείλει να εξελίσσεται με ταχύτητα και συνέπεια.
Όπως ανέφερε, κάθε παρουσία των οικογενειών στο δικαστήριο αναζωπυρώνει τον πόνο της απώλειας, εκφράζοντας την αντίθεσή του σε ενδεχόμενη παρατεταμένη διακοπή.
Παράλληλα, άφησε αιχμές για πιθανές σκοπιμότητες πίσω από την καθυστέρηση, συνδέοντας την υπόθεση με ευρύτερες πολιτικές προεκτάσεις και προειδοποιώντας ότι μια μεγάλη χρονική απόσταση μέχρι την επόμενη συνεδρίαση μπορεί να επηρεάσει συνολικά την πορεία της δίκης.
Υπενθυμίζεται ότι μεταξύ των κατηγορουμένων περιλαμβάνονται στελέχη και εργαζόμενοι του ΟΣΕ, της ΕΡΓΟΣΕ, του υπουργείου Μεταφορών και Υποδομών, της Hellenic Train, καθώς και της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων.
Συνολικά 33 άτομα αντιμετωπίζουν κατηγορία κακουργηματικού χαρακτήρα για επικίνδυνη παρέμβαση στη συγκοινωνία μέσων σταθερής τροχιάς με ενδεχόμενο δόλο, μέσω πράξεων που έθεσαν σε κίνδυνο την ασφάλεια των συγκοινωνιών και είχαν ως αποτέλεσμα:
α) τον θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων,
β) τη βαριά σωματική βλάβη πολλών ακόμη,
γ) σοβαρές ζημιές σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν κατ’ εξακολούθηση και από κοινού.
Παράλληλα, 35 κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν πλημμεληματικές κατηγορίες για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, βαριά και απλή σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή, ενώ τρία στελέχη του ΟΣΕ κατηγορούνται επιπλέον για παράβαση καθήκοντος.
