Η εσωκομματική κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κορυφώνεται, καθώς η ανακοίνωση του νέου πολιτικού σχήματος ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα πυροδοτεί έντονες συζητήσεις για το μέλλον του κόμματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Χριστόφορος Βερναδάκης, πρώην βουλευτής και υπουργός ΣΥΡΙΖΑ δημοσίευσε μια αιχμηρή ανάλυση, χαρακτηρίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ ως «κόμμα-τράνζιτ» – ένα ενδιάμεσο σταθμό για στελέχη που προετοιμάζονται για μετακόμιση σε άλλους πολιτικούς χώρους.
Ο Παύλος Πολάκης, με ανάρτησή του στο Facebook, κοινοποίησε το κείμενο του Βερναδάκη, τονίζοντας: «ΘΑ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΟΥΝ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΩΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ!! Διαβάστε την!!». Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου ο ίδιος ο Πολάκης έχει βρεθεί εκτός Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ μετά από προηγούμενες διαφωνίες με την ηγεσία Φάμελλου.
Η Ανάλυση Βερναδάκη: Το Φαινόμενο του «Κόμματος-Τράνζιτ»
Στο κείμενό του, ο Βερναδάκης περιγράφει έναν νέο τύπο πολιτικού σχηματισμού: ένα «μη-κόμμα» όπου η ηγεσία και μέρος των στελεχών δεν εστιάζουν στον αυτοπροσδιορισμό του κόμματος, αλλά στην επόμενη «μεταστέγαση».
Επισημαίνει ότι είναι θεμιτό να αποχωρεί κανείς από το κόμμα, αναλαμβάνοντας το πολιτικό κόστος, αλλά αθέμιτο να παραμένει τυπικά μέλος, διατηρώντας έδρα, αναγνωρισιμότητα και πόρους, ενώ πολιτικά έχει στραφεί αλλού. Κάνει λόγο για «ιδιόμορφο εισοδισμό» και καλεί όσους επιθυμούν άλλο δρόμο να παραιτηθούν άμεσα από τις έδρες τους, όπως έκαναν ο Τσίπρας και η Έφη Αχτσιόγλου.
Ο Βερναδάκης κριτικάρει την ηγεσία Φάμελλου για «αοριστολογία» περί ενότητας και προοδευτικής ανασύνθεσης, χωρίς σαφή γραμμή, οριοθετήσεις ή ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Τονίζει ότι κανένα κόμμα δεν μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως αυτοτελές υποκείμενο, υπό διάλυση μηχανισμός, διαπραγματευτική μάζα και κοινοβουλευτικό απόθεμα άλλου εγχειρήματος. Αυτό, όπως λέει, δεν είναι ανασύνθεση αλλά αποσύνθεση.
Η Στάση του ΣΥΡΙΖΑ και η Πίεση από την ΕΛ.Α.Σ.
Ο Σωκράτης Φάμελλος έχει χαρακτηρίσει θετική την πρωτοβουλία Τσίπρα, βλέποντας προϋποθέσεις για συνεργασία και ενωτική προοπτική στον προοδευτικό χώρο. Ωστόσο, η καθυστερημένη ή ήπια αντίδραση του κόμματος έχει προκαλέσει εντάσεις.
Από την άλλη πλευρά, στελέχη όπως ο Πολάκης και ο Νίκος Παππάς φέρονται να εμμένουν στην αυτονομία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η εικόνα διχογνωμιών εντείνει την εσωστρέφεια. Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος αναμένεται να συνεδριάσει σύντομα, όπου θα κριθούν οι ισορροπίες.
Ιστορικό Βάρος και Προοπτικές
Ο Βερναδάκης υπενθυμίζει την ιστορική κληρονομιά του χώρου – από την ΑΥΓΗ και το Ινστιτούτο Πουλαντζάς μέχρι πνευματικές φυσιογνωμίες όπως ο Νίκος Σβορώνος και ο Μανόλης Αναγνωστάκης – και προειδοποιεί ότι ο εκφυλισμός σε «διάδρομο μετεπιβίβασης» θα αποτελούσε ιστορική αποτυχία.
Η συζήτηση για αυτονομία ή προσχώρηση/συνεργασία με την ΕΛ.Α.Σ. αντανακλά βαθύτερες διεργασίες στον προοδευτικό χώρο, σε μια εποχή όπου η Αριστερά αναζητά νέες συγκλίσεις απέναντι στην κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας.
Η ανάρτηση του Πολάκη και η ανάλυση Βερναδάκη αναδεικνύουν ένα κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει την αυτοτέλειά του ως ιστορικό ρεύμα, ή θα μετατραπεί σε ενδιάμεσο σταθμό; Οι επόμενες ημέρες και η στάση των οργάνων του κόμματος θα δείξουν την κατεύθυνση.
Αναλυτικότερα ο Παύλος Πολάκης έγραψε στο Facebook:
«Κοινοποιω αναρτηση του Χριστοφορου Βερναδακη που νομιζω τα ΛΕΕΙ ΟΛΑ!!!
Διαβαστε την !!
ΘΑ ΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΟΥΝ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΩΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ!!
«Ο ΣΥΡΙΖΑ ως «κόμμα-τράνζιτ»
Ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου Σωκράτη Φάμελλου προσφέρει μια τεράστια υπηρεσία στην Πολιτική Επιστήμη. Έχει φέρει στο φως έναν καινούργιο τύπο κόμματος: το «κόμμα-τράνζιτ».
Ένα «μη-κόμμα», του οποίου η ηγεσία και ένα μέρος των βουλευτών και στελεχών του δεν λειτουργούν με ορίζοντα τον πολιτικό του αυτοπροσδιορισμό, αλλά με ορίζοντα την επόμενη μεταστέγαση.
Είναι απολύτως θεμιτό να πιστεύει κανείς ότι έκλεισε ο κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ, να αποχωρεί και να αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος της επιλογής του.
Είναι όμως απολύτως αθέμιτο να παραμένει τυπικά σε ένα κόμμα, διατηρώντας τη βουλευτική έδρα ή την κομματική ιδιότητα, τη δημόσια αναγνωρισιμότητα και τους πόρους που απορρέουν από τη σημερινή του θέση, ενώ πολιτικά έχει ήδη στραμμένο το βλέμμα αλλού.
Ο πρωτοφανής αυτός τραγέλαφος έχει επιτραπεί από την ηγεσία Φάμελλου, η οποία κατέχει ίσως το παγκόσμιο αποκλειστικό προνόμιο να υπονομεύει αντικειμενικά τον ίδιο τον οργανισμό του οποίου προΐσταται. Αν δεν πρόκειται για μνημειώδη ανεπάρκεια, τότε πρόκειται για συνειδητό παρασκηνιακό σχέδιο με σαφή στόχευση. Ας ελπίσουμε, για την αξιοπρέπεια και μόνο του Σωκράτη Φάμελλου, ότι ισχύει το πρώτο.
Δεν πρόκειται όμως μόνο για πρόβλημα ηγεσίας.
Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που εδώ και ημέρες δηλώνουν ευθαρσώς ότι επιθυμούν να μετακινηθούν σε άλλο πολιτικό φορέα φέρουν μια τεράστια πολιτική και ηθική ευθύνη. Αναδεικνύουν, όπως και οι αποχωρήσαντες βουλευτές της Νέας Αριστεράς που κρατούν την έδρα λες και είναι ονομαστική μετοχή, την έκταση ενός βαθύτερου, δομικού προβλήματος δημοκρατικής ηθικής.
Δείχνουν ότι η βουλευτική έδρα δεν λειτουργεί πλέον ως δεσμός ανάμεσα στο εκλογικό σώμα, το κόμμα και το πρόγραμμα. Λειτουργεί ως προσωπικό κεφάλαιο αναμονής. Ο βουλευτής δεν εκπροσωπεί ένα πολιτικό σχέδιο. Περιμένει το επόμενο. Το κόμμα στο οποίο ανήκουν και το οποίο εκπροσωπούν τυπικά στη Βουλή μετατρέπεται σε ενδιάμεσο σταθμό. Και η κοινοβουλευτική ομάδα παύει να είναι φορέας πολιτικής εκπροσώπησης. Γίνεται αίθουσα transit.
Αυτός ο ιδιόμορφος εισοδισμός που συντελείται αυτήν την στιγμή στον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εκληφθεί μόνο ως κακόγουστη φάρσα.
Όσοι και όσες επιθυμούν να ακολουθήσουν έναν άλλο πολιτικό δρόμο έχουν την πολιτική και ηθική υποχρέωση να παραιτηθούν άμεσα από τις έδρες τους. Να ακολουθήσουν το παράδειγμα που έδωσε ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας πριν από λίγους μήνες, αλλά και η Έφη Αχτσιόγλου χθες. Κάθε άλλη επιλογή συνιστά ευθεία υπονόμευση της έννοιας της αντιπροσωπευτικής εντολής.
Η ηγεσία Φάμελλου αοριστολογεί περί “ενότητας”, “προοδευτικής ανασύνθεσης” και “κοινής πορείας”. Χωρίς πολιτική γραμμή. Χωρίς σαφείς οριοθετήσεις. Χωρίς να ιεραρχεί προγραμματικές προτεραιότητες. Χωρίς να αναγνωρίζει “φίλους”, “συμμάχους”, “αντίπαλους”, “εχθρούς”.
Αγνοώντας το μήνυμα μη-συνεργασίας που έχει στείλει η ΕΛΑΣ, όπως έχει κάθε δικαίωμα να κάνει. Η ηγεσία Φάμελου έχει επιτρέψει ένα μοντέλο “κόμματος-κουρελού”, όπου όλες οι αντιφάσεις μπορούν προσωρινά να συνυπάρχουν αρκεί να μη ληφθεί καμία απόφαση.
Καμία πολιτική δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε μια κοινοβουλευτική ομάδα ή σε μια Κεντρική Επιτροπή που λειτουργεί ως προσωρινός χώρος στάθμευσης. Δεν υπάρχει “ενωτική στρατηγική” όταν οι ίδιοι οι φορείς της μοιάζουν να περιμένουν το σήμα αναχώρησης μέχρι να ανοίξει η επόμενη πύλη επιβίβασης. Δεν μπορεί ένα κόμμα να υπάρχει ταυτοχρόνως
α) ως αυτοτελές πολιτικό υποκείμενο,
β) ως υπό διάλυση μηχανισμός,
γ) ως διαπραγματευτική μάζα και,
δ) ως κοινοβουλευτικό απόθεμα ενός άλλου εγχειρήματος.
Αυτό δεν είναι πολιτική ανασύνθεση. Είναι πολιτική αποσύνθεση.
Ο Σωκράτης Φάμελος έχει ίσως μια τελευταία ευκαιρία τις επόμενες ημέρες να μην περάσει στην ιστορία ως “μοιραίος” και “άβουλος”. Το πρώτο – πρώτο τυπικό πράγμα που πρέπει να εγγυηθεί ως Πρόεδρος ενός κόμματος είναι ότι στη μεθαυριανή συνεδρίαση του ανώτατου οργάνου του κόμματος θα συμμετέχουν μόνον όσοι / ες εξακολουθούν να είναι ουσία και τύποις μέλη του κόμματος αυτού και όχι “φράξιες” άλλων πολιτικών εγχειρημάτων. Είναι στοιχειώδες.
Τα πολιτικά κόμματα όσο υφίστανται είναι εθελοντικές ενώσεις πολιτών. Όχι προσχηματικές συνευρέσεις.
Έχει, επίσης, μια τελευταία ευκαιρία να δείξει σεβασμό στην ιστορικότητα ενός πολιτικού ρεύματος που διατρέχει αυτοτελώς την ελληνική κοινωνία από το 1968 (τουλάχιστον) μέχρι σήμερα. Διότι το ρεύμα αυτό δεν είναι απλώς ένας τίτλος, κάποια γραφεία και κάποια κρατική χρηματοδότηση. Είναι η ΑΥΓΗ, δηλαδή μια ολόκληρη ιστορία του μεταπολεμικού δημοκρατικού Τύπου, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και η παράδοση του κριτικού μαρξισμού, η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό Left, είναι τα ΑΣΚΙ και ένα τεράστιο Αρχείο των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων της χώρας.
Είναι, πολύ περισσότερο, η άϋλη πολιτική και πνευματική κληρονομιά που άφησε το έργο του Ν. Σβορώνου και του Αρ. Μάνεση, του Φίλιππου Ηλιού και του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Πουλαντζά και του Ελεφάντη, του Μίμη Δεσποτίδη.
Αν η σημερινή ηγεσία Φάμελου επιτρέψει να εκφυλιστεί αυτό το ιστορικό ρεύμα σε έναν απλό διάδρομο μετεπιβίβασης στελεχών προς άλλους πολιτικούς προορισμούς, να εκφυλιστεί το υλικό και άϋλο κεφάλαιο που την συγκροτεί, τότε η αποτυχία της δεν θα είναι απλώς οργανωτική ή εκλογική. Θα είναι ιστορική.
Δεν ξέρω πόσο το αντιλαμβάνεται αυτό ο Σ. Φάμελος. Ελπίζω να φανεί αντάξιος της θέσης που κατέχει, θέση που δεν κρίνεται από τακτικισμούς και κολπάκια, αλλά από το βάθος της ιστορικής κατανόησης που αποδεικνύει. Και αν δεν μπορεί να στηριχτεί στη συλλογικότητα και την ανιδιοτέλεια των συντρόφων του, αν διαφωνεί με όλα αυτά οφείλει να καταθέσει άμεσα την παραίτησή του. Τουλάχιστον θα διασώσει το εαυτό του από την εθελόδουλη αναξιοπρέπεια.»
