Σαν σήμερα, 18 Φεβρουαρίου 1883, στο Ηράκλειο της τουρκοκρατούμενης ακόμα Κρήτης, γεννιόταν ο Νίκος Καζαντζάκης. Ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα στις επαναστάσεις, τις σφαγές και την άσβεστη δίψα για λευτεριά. Ένας Κρητικός που θα γινόταν ο πιο παγκόσμιος Έλληνας συγγραφέας, ο άνθρωπος που έβαλε την ελληνική ψυχή να χορεύει πάνω στα ερείπια του 20ού αιώνα.
Από τα πρώτα χρόνια του, ο Καζαντζάκης δεν έμοιαζε με κανέναν. Σπούδασε Νομική στην Αθήνα, φιλοσοφία στο Παρίσι με τον Ανρί Μπερξόν, ταξίδεψε από την Ιταλία ως τη Ρωσία, από την Ισπανία ως την Ιαπωνία. Έγραψε την τεράστια «Οδύσσεια» (33.333 στίχοι), την «Ασκητική», την «Αναφορά στον Γκρέκο», θεατρικά, ταξιδιωτικά, μεταφράσεις. Ήταν υποψήφιος για Νόμπελ, πολέμησε με την πένα του για την ελευθερία, υπηρέτησε ως υπουργός, αλλά πάνω απ’ όλα έψαχνε – ασταμάτητα – το νόημα της ύπαρξης.
Κι όμως, η πιο βαθιά, η πιο ελληνική στιγμή της ζωής του δεν ήρθε από βιβλία ή ταξίδια. Ήρθε από έναν αγράμματο Μακεδόνα μεταλλωρύχο: τον Γιώργη Ζορμπά.
Τον γνώρισε το 1915 στο Άγιον Όρος και αργότερα συνεργάστηκαν σε μεταλλεία λιγνίτη στη Μάνη. Ο Ζορμπάς, γεννημένος το 1865 στον Κολινδρό Πιερίας, ήταν η ίδια η ζωή: χόρευε, έπινε, αγαπούσε, ρωτούσε με θυμό «Γιατί να πεθαίνουμε;» και μετά συνέχιζε να ζει σαν να μην υπήρχε αύριο. Ο Καζαντζάκης, ο διανοούμενος, βρήκε στον απλό αυτόν άνθρωπο ό,τι έψαχνε χρόνια: την απόλυτη ελευθερία.
Μια από τις πιο βαθιά συγκινητικές στιγμές στη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη ήταν όταν, το 1941, στην Αίγινα, έλαβε ένα πένθιμο γράμμα από τα Σκόπια. Ο Γιώργης Ζορμπάς, ο πραγματικός σύντροφος της ψυχής του, ο άνθρωπος που του έμαθε να αγαπά τη ζωή χωρίς φόβο, είχε πεθάνει στις 16 Σεπτεμβρίου 1941 από καημό και τις κακουχίες του πολέμου, μακριά από την Ελλάδα. Ο Καζαντζάκης κράτησε το γράμμα με τρεμάμενο χέρι.
«Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα. Το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. Έκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα…» γράφει στην «Αναφορά στον Γκρέκο».
Δεν έκλαιγε μόνο για την απώλεια ενός φίλου. Έκλαιγε για έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν: τον κόσμο του απλού, αγράμματου Κρητικού –και Μακεδόνα– που ζούσε κάθε στιγμή σαν τελευταία, που χόρευε πάνω στα ερείπια, που ρωτούσε με θυμό «Γιατί να πεθαίνουμε;» και μετά συνέχιζε να αγαπά.
Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσα στην πείνα και την Κατοχή, ο Καζαντζάκης άρχισε να γράφει τον «Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» – όχι για δόξα, μα για να κρατήσει ζωντανή την παρουσία του. «Ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβάμαι τον θάνατο», ομολόγησε αργότερα. Το βιβλίο, που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1941 και ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1943, έγινε το πιο μεταφρασμένο ελληνικό μυθιστόρημα στον κόσμο.
Και όταν ο ίδιος ο Καζαντζάκης έφευγε, στις 26 Οκτωβρίου 1957 στη Φράιμπουργκ της Γερμανίας, ζήτησε στον τάφο του, στον προμαχώνα Μαρτινέγκο του Ηρακλείου, με θέα την Κρήτη ολόκληρη, μόνο αυτό:
«Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος.»
Αυτή η φιλία, αυτή η μετάδοση ελευθερίας από έναν αγράμματο σε έναν γίγαντα του πνεύματος, παραμένει η πιο ελληνική, η πιο ανθρώπινη κληρονομιά μας. Να χορεύουμε ακόμα κι όταν όλα γκρεμίζονται. Να αγαπάμε ακόμα κι όταν ο πόνος κόβει την ανάσα. Να είμαστε ελεύθεροι.
Σαν σήμερα, 143 χρόνια μετά, ο Νίκος Καζαντζάκης γεννιέται ξανά μέσα μας.
Και ο Ζορμπάς… χορεύει ακόμα.
