Έξι μήνες μετά την έναρξη της στρατιωτικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, ένα γνώριμο ιστορικό μοτίβο επιβεβαιώνεται για ακόμη μία φορά: οι πόλεμοι έχουν μεγάλους χαμένους —πολίτες, καταναλωτές, εθνικές οικονομίες— αλλά και κλάδους και χώρες που βγαίνουν ενισχυμένοι από τις οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης.
Οι άμεσοι κερδισμένοι: όπλα, πετρέλαιο, τράπεζες
Η αμυντική βιομηχανία είναι ένας από τους πιο άμεσα ωφελημένους κλάδους. Η σύγκρουση ανέδειξε ελλείψεις στην αεράμυνα, γεγονός που επιτάχυνε τις επενδύσεις σε αντιπυραυλικά συστήματα, συστήματα αναχαίτισης drones και στρατιωτικό εξοπλισμό σε όλη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπως επεσήμαναν αναλυτές της αγοράς. Οι Lockheed Martin, Boeing και Northrop Grumman διατηρούν πολύ υψηλά ανεκτέλεστα υπόλοιπα παραγγελιών, χωρίς όμως να πρόκειται σε όλες τις περιπτώσεις για νέα ιστορικά ρεκόρ. Η BAE Systems ανακοίνωσε επίσης ισχυρό backlog και αναμένει αύξηση πωλήσεων και κερδών μέσα στη χρονιά, επικαλούμενη τις αυξανόμενες «απειλές ασφαλείας» που οδηγούν τις κυβερνήσεις σε μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες.
Στην ενέργεια, η εικόνα είναι πιο σύνθετη αλλά εξίσου κερδοφόρα για κάποιους. Η Shell ξεπέρασε τις προσδοκίες των αναλυτών με προσαρμοσμένα κέρδη περίπου 6,9 δισ. δολαρίων το πρώτο τρίμηνο, ενώ η TotalEnergies είδε τα προσαρμοσμένα κέρδη της να αυξάνονται σχεδόν κατά ένα τρίτο, στα 5,4 δισ. δολάρια, σε ένα περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας στις αγορές πετρελαίου και ενέργειας. Αντίθετα, οι αμερικανικοί κολοσσοί ExxonMobil και Chevron κατέγραψαν χαμηλότερα αναφερόμενα κέρδη σε σχέση με πέρυσι, αν και τα αποτελέσματά τους επηρεάστηκαν και από άλλους παράγοντες πέρα από τις διαταραχές στη Μέση Ανατολή.
Ο τραπεζικός κλάδος δεν έμεινε πίσω: έξι μεγάλες τράπεζες κατέγραψαν συνολικά περίπου 47,4 δισ. δολάρια κέρδη μόνο στο πρώτο τρίμηνο του 2026, αξιοποιώντας τη μεταβλητότητα των αγορών που προκάλεσε η αβεβαιότητα του πολέμου.
Οι χώρες-κερδισμένες: η γεωγραφία του πετρελαίου αλλάζει χέρια
Σε επίπεδο κρατών, η εικόνα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η στρατιωτική σύγκρουση προκάλεσε τη μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, ανατρέποντας τις ισορροπίες στις θαλάσσιες εξαγωγές και δημιουργώντας μεγάλες απώλειες παραγωγής στον Περσικό Κόλπο, ενώ παραγωγοί εκτός της περιοχής αύξησαν την προσφορά τους. Η IEA αναφέρει ότι από την έναρξη του πολέμου, σημαντικές αυξήσεις παραγωγής καταγράφηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία, το Καζακστάν, τη Βενεζουέλα και τη Νιγηρία. Συνολικά, οι παραγωγοί εκτός του Κόλπου πρόσθεσαν περίπου 420 εκατομμύρια βαρέλια, ή 2,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, στην παγκόσμια προσφορά μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου.
Παράλληλα, ο πόλεμος έδωσε ώθηση στις επενδύσεις και το ενδιαφέρον για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ακόμη και στις ΗΠΑ, παρά το σύνθημα «drill, baby, drill» της κυβέρνησης Τραμπ.
Τι λέει η Ιστορία: το μοτίβο επαναλαμβάνεται
Αυτό το σχήμα δεν είναι καινούριο — αντίστοιχες οικονομικές ανακατατάξεις έχουν καταγραφεί σε πολλές προηγούμενες πολεμικές συγκρούσεις:
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918): Οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο αργά, αλλά βγήκαν σημαντικά ενισχυμένες οικονομικά — από χρεώστης έγιναν πιστωτής του κόσμου, χρηματοδοτώντας τους Συμμάχους και ενισχύοντας τη βιομηχανική τους υπεροχή για τις επόμενες δεκαετίες.
Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: Η αμερικανική βιομηχανία όπλων μετατράπηκε σε βασικό πυλώνα της αμερικανικής πολεμικής οικονομίας, ενώ η ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ ενίσχυσε τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.
Πόλεμος του Βιετνάμ και Πόλεμοι του Κόλπου: Σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικές οικονομικές συνθήκες, οι συγκρούσεις αυτές συνδέθηκαν με αυξημένες αμυντικές δαπάνες και σημαντικές διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου — ένα μοτίβο που εμφανίζεται και στη σημερινή κρίση.
Προβλέψεις με βάση τα ιστορικά προηγούμενα
Με βάση αυτά τα προηγούμενα, μπορούν να διατυπωθούν κάποιες εύλογες εκτιμήσεις για την πορεία της σύγκρουσης:
- Παρατεταμένη ενίσχυση αμυντικών δαπανών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ιστορικά, οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες μπορούν να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα και μετά το τέλος μιας σύγκρουσης, κάτι που ήδη φαίνεται να συμβαίνει στην Ευρώπη.
- Αναδιάταξη των ενεργειακών ροών. Η κρίση έχει ήδη οδηγήσει παραγωγούς εκτός Περσικού Κόλπου να αυξήσουν την παραγωγή τους, ενώ οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα. Το αν οι αλλαγές αυτές θα διατηρηθούν μετά την αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας παραμένει αβέβαιο.
- Ενδεχόμενη επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης. Οι μεγάλες ενεργειακές κρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για επενδύσεις σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, καθώς η ενεργειακή ασφάλεια αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
- Κόστος για τα νοικοκυριά που δεν αντιστρέφεται εύκολα. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και μεταφορών μπορούν να μεταφερθούν σε ευρύτερες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, αν και ο βαθμός και η διάρκεια αυτών των επιπτώσεων εξαρτώνται από την πορεία των τιμών και τη διάρκεια της κρίσης.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα ιστορικά προηγούμενα και τα σημερινά δεδομένα είναι ότι οι πόλεμοι δημιουργούν πολύ άνισες οικονομικές επιπτώσεις: εκατομμύρια πολίτες και καταναλωτές μπορεί να επιβαρύνονται από το κόστος, ενώ συγκεκριμένοι κλάδοι και παραγωγοί μπορούν ταυτόχρονα να επωφελούνται από την αύξηση της ζήτησης, των τιμών ή των επενδύσεων.
