Η υπογραφή και η νέα πολιτική προϋπόθεση
Στις 22 Ιουλίου 2026, το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία υπέγραψαν στην Ουάσιγκτον μια διμερή συμφωνία πολιτικής πυρηνικής συνεργασίας, μαζί με σύμφωνο διμερών διασφαλίσεων. Την υπογραφή έθεσαν ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Chris Wright και ο Σαουδάραβας ομόλογός του, πρίγκιπας Abdulaziz bin Salman. Η συμφωνία αφορά μακροχρόνια, πολυδισεκατομμυρίων δολαρίων συνεργασία στην πολιτική πυρηνική ενέργεια, με διάρκεια που αναμένεται να φτάσει τα 30 χρόνια.
Μία ημέρα αργότερα, στις 23 Ιουλίου, ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε μέσω ανάρτησής του στο Truth Social ότι η συμφωνία «θα εγκριθεί», αλλά ότι η προώθησή της είναι πλήρως εξαρτημένη από την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις «πολύ σεβαστές και επιτυχημένες» Συμφωνίες Αβραάμ, τις συμφωνίες ομαλοποίησης σχέσεων Ισραήλ με αραβικά κράτη που ξεκίνησαν επί πρώτης προεδρίας του. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν θα επιτρέπεται εμπλουτισμός υλικού και ότι η συνεργασία αφορά αποκλειστικά μη στρατιωτική χρήση, αντίστοιχη με αυτή που διαθέτουν ήδη το Ιράν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Γιατί προκλήθηκε σύγχυση
Η αρχική συμφωνία που υπεγράφη την Τετάρτη δεν περιλάμβανε ρητά την προϋπόθεση ένταξης στις Συμφωνίες Αβραάμ, κάτι που προκάλεσε ερωτήματα σχετικά με τη σύνδεση της πυρηνικής συνεργασίας με την ομαλοποίηση σχέσεων με το Ισραήλ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η νέα δημόσια προϋπόθεση του Τραμπ προκάλεσε αντιδράσεις στη σαουδαραβική πλευρά, για την οποία η συμφωνία αποτελούσε σημαντική διπλωματική επιτυχία χωρίς ρητό όρο ομαλοποίησης με το Ισραήλ.
Δημοσιεύματα, μεταξύ άλλων της Washington Post και του CNN, ανέφεραν ότι η σύνδεση της πυρηνικής συνεργασίας με τις Συμφωνίες Αβραάμ ήρθε ύστερα από έντονη κριτική συντηρητικών μέσων —ιδίως του Wall Street Journal και του Fox News— τα οποία επεσήμαναν ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε παλαιότερα επιδιώξει να συνδέσει τη συνεργασία με την ένταξη στις Συμφωνίες Αβραάμ. Η ανάρτηση Τραμπ φέρεται να ακολούθησε σχετική δημόσια συζήτηση γύρω από το θέμα.
Οι αντιδράσεις
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Karoline Leavitt, επιβεβαίωσε ότι η νέα προϋπόθεση ισχύει «όσον αφορά τον πρόεδρο», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ο Τραμπ δεν είχε ακόμη επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον διάδοχο πρίγκιπα Mohammed bin Salman μετά την ανάρτησή του.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου καλωσόρισε τη νέα προϋπόθεση, χαρακτηρίζοντάς την ιστορικό βήμα προόδου για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Ο Ισραηλινός υπουργός Οικονομίας Nir Barkat εμφανίστηκε πιο συγκρατημένος, δηλώνοντας ότι αν η χρήση είναι ειρηνική, το ζήτημα μπορεί να διαχειριστεί παράλληλα με προσπάθειες για ειρηνευτική συμφωνία.
Η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να δηλώνει ότι δεν θα προχωρήσει σε ομαλοποίηση σχέσεων με το Ισραήλ χωρίς σαφή προοπτική παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης — θέση που ο διάδοχος πρίγκιπας έχει επαναλάβει ξεκάθαρα. Το Ριάντ δεν έχει δώσει επίσημη απάντηση στη νέα αμερικανική προϋπόθεση.
Ανοιχτά ζητήματα
Αξιωματούχοι των ΗΠΑ ανέφεραν ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις Τραμπ περί μη εμπλουτισμού, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με τις μελλοντικές δυνατότητες της Σαουδικής Αραβίας στον πυρηνικό τομέα και τις εγγυήσεις μη διάδοσης. Το ακριβές πλαίσιο διασφαλίσεων και εποπτείας θα αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω εξέτασης.
Η συμφωνία θα χρειαστεί έγκριση από το Κογκρέσο, όπου ήδη έχουν εκφραστεί προειδοποιήσεις —μεταξύ άλλων από νομοθέτες που παρακολουθούν στενά ζητήματα μη διάδοσης— ώστε να μην πυροδοτηθεί πυρηνικός ανταγωνισμός στη Μέση Ανατολή.
Το ευρύτερο πλαίσιο
Οι Συμφωνίες Αβραάμ ξεκίνησαν το 2020 επί πρώτης προεδρίας Τραμπ και οδήγησαν στην ομαλοποίηση σχέσεων του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Μαρόκο, ενώ ακολούθησε το Σουδάν σε επίπεδο γενικής διακήρυξης. Το Νοέμβριο του 2025 εντάχθηκε και το Καζακστάν. Η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας θεωρείται από πολλούς αναλυτές το «μεγάλο έπαθλο» της πρωτοβουλίας, δεδομένου του ρόλου της χώρας ως ηγέτιδας δύναμης του σουνιτικού κόσμου και οικοδέσποινας των ιερών πόλεων Μέκκα και Μεδίνα.
Οι διαπραγματεύσεις για πυρηνική συνεργασία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας είχαν από παλιά συνδεθεί με το ζήτημα ομαλοποίησης, όμως η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023 και η μετέπειτα ισραηλινή στρατιωτική απάντηση στη Γάζα κατέστησαν, σύμφωνα με πηγές που επικαλούνται διεθνή μέσα, την άμεση ομαλοποίηση δύσκολη για τους Σαουδάραβες, οδηγώντας σε αναζήτηση πιο περιορισμένων μορφών συμφωνίας.

