Δημοσκοπήσεις και αντισυστημισμός: δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
Υπάρχει μια παράδοξη ιδιότητα στις δημοσκοπήσεις που σπάνια συζητάμε ανοιχτά: δεν αρκούνται στο να καταγράφουν την πολιτική πραγματικότητα — συχνά τη δημιουργούν. Όταν ένας πολίτης βλέπει στην οθόνη του ότι ένα κόμμα ή ένας υποψήφιος βρίσκεται «εκτός Βουλής» ή «τρίτος με διαφορά», αυτή η πληροφορία δεν παραμένει ουδέτερη. Γίνεται μέρος της απόφασής του. Και ακριβώς εκεί ξεκινά το ενδιαφέρον.
Δύο αντίθετα ρεύματα, μία κοινή πηγή
Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία περιγράφει εδώ και δεκαετίες δύο αντίθετα φαινόμενα που πηγάζουν από την ίδια πηγή πληροφόρησης. Το πρώτο είναι το bandwagon effect: ο ψηφοφόρος τείνει να μετακινείται προς την πλευρά που φαίνεται να κερδίζει, θέλοντας —συνειδητά ή ασυνείδητα— να ταυτιστεί με τη «σωστή» ή τη νικήτρια πλευρά. Το δεύτερο είναι το underdog effect: η αντίθετη κίνηση, όπου η εικόνα μιας δύναμης που υποχωρεί κινητοποιεί ακριβώς τους ψηφοφόρους της, λειτουργώντας ως κάλεσμα διάσωσης.
Και τα δύο φαινόμενα έχουν κάτι κοινό: προϋποθέτουν ότι ο ψηφοφόρος εμπιστεύεται τον αριθμό που βλέπει. Η κρίση εμπιστοσύνης στις δημοσκοπήσεις δεν καταργεί αυτή τη δυναμική — απλά της δίνει νέα μορφή.
Όταν η αμφισβήτηση γίνεται αφήγημα
Εδώ ακριβώς συναντιέται η δημοσκόπηση με το αντισυστημικό ρεύμα. Δεν είναι τυχαίο που σχεδόν κάθε αντισυστημική πολιτική δύναμη, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσήμου, ενσωματώνει στο αφήγημά της μια σταθερή πρόταση: «οι δημοσκοπήσεις είναι παραποιημένες, οι αληθινοί μας αριθμοί είναι αλλού». Η αμφισβήτηση της μέτρησης γίνεται η ίδια πολιτική θέση.
Αυτό δεν είναι απλώς άμυνα απέναντι σε δυσμενή νούμερα. Είναι στρατηγική κινητοποίησης. Η ιδέα ότι «το σύστημα μας κρύβει» —είτε το σύστημα είναι τα ΜΜΕ, οι δημοσκοπικές εταιρείες, οι «ελίτ»— λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε ετερόκλητες ομάδες δυσαρέσκειας. Ο ψηφοφόρος που αμφισβητεί τη δημοσκόπηση δεν αμφισβητεί απλά ένα νούμερο· αμφισβητεί ολόκληρο το πλαίσιο που παράγει το νούμερο, και αυτό τον φέρνει πιο κοντά στην πεποίθηση ότι «όλο το σύστημα είναι στημένο».
Η ευθύνη των ίδιων των δημοσκοπήσεων
Δεν είναι όμως μόνο επικοινωνιακό τέχνασμα. Οι δημοσκοπήσεις έχουν πραγματικά μεθοδολογικά προβλήματα τα τελευταία χρόνια: μειωμένη ανταποκρισιμότητα, δυσκολία αποτύπωσης ψηφοφόρων χωρίς σταθερό τηλέφωνο, «ντροπή» δήλωσης πρόθεσης ψήφου για ορισμένα κόμματα (shy voter effect), και η γνωστή δυσκολία στάθμισης της αβεβαιότητας. Όταν, λοιπόν, μια δημοσκόπηση αστοχήσει εμφανώς —όπως έχει συμβεί σε πολλές εκλογικές αναμετρήσεις διεθνώς—, το αφήγημα της «παραποίησης» βρίσκει έτοιμο έδαφος, ανεξάρτητα από το αν η αστοχία ήταν τεχνική ή σκόπιμη.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος: η αβεβαιότητα των μετρήσεων τροφοδοτεί τη δυσπιστία, η δυσπιστία τροφοδοτεί το αντισυστημικό αφήγημα, και το αφήγημα με τη σειρά του κάνει τους ψηφοφόρους πιο επιφυλακτικούς απέναντι σε κάθε θεσμική πηγή πληροφόρησης — όχι μόνο τις δημοσκοπήσεις.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό
Το ζήτημα δεν είναι αν οι δημοσκοπήσεις «φταίνε» για την άνοδο των αντισυστημικών ρευμάτων· αυτό θα ήταν απλοϊκό. Το ζήτημα είναι ότι λειτουργούν ως ενισχυτής μιας προϋπάρχουσας δυσπιστίας, και ταυτόχρονα ως εργαλείο στα χέρια όσων θέλουν να χτίσουν αφήγημα γύρω από αυτή τη δυσπιστία.
Η λύση δεν βρίσκεται στην κατάργηση των δημοσκοπήσεων ούτε στην άκριτη πίστη σε αυτές, αλλά σε κάτι πιο δύσκολο: σε μια κοινή γνώμη ικανή να διαβάζει ένα ποσοστό ως πιθανότητα και όχι ως προφητεία, και σε δημοσκοπικές εταιρείες πρόθυμες να εξηγούν δημόσια τα όρια της μεθόδου τους, αντί να κρύβονται πίσω από τη φαινομενική ακρίβεια ενός δεκαδικού ψηφίου.
Μέχρι τότε, κάθε δημοσκόπηση θα συνεχίσει να είναι κάτι παραπάνω από μέτρηση: θα είναι μέρος του ίδιου του παιχνιδιού που υποτίθεται ότι απλώς καταγράφει.
