Η αύξηση των φόρων κατανάλωσης, όπως ο ΦΠΑ, επιβαρύνει τις αγορές των νοικοκυριών, αλλά η τελική επίδραση εξαρτάται από το πώς κατανέμεται το φορολογικό βάρος και αν συνοδεύεται από αποτελεσματικά μέτρα στήριξης. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι αυξήσεις φόρων και οι επιδοτήσεις δεν έχουν πάντα τα αποτελέσματα που αναμένουν οι κυβερνήσεις, ενώ ο σχεδιασμός των αντισταθμιστικών παροχών μπορεί να κάνει τη διαφορά για τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Μελέτη του ΟΟΣΑ, η οποία εξετάζει 27 χώρες, διαπιστώνει ότι ο ΦΠΑ είναι συνήθως περίπου αναλογικός ή ελαφρώς προοδευτικός όταν μετριέται σε σχέση με τις δαπάνες των νοικοκυριών. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν επιβαρύνει σημαντικά τα φτωχότερα νοικοκυριά ή ότι δεν μπορεί να οδηγήσει ορισμένα από αυτά στη φτώχεια. Για τον λόγο αυτό, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει τη σημασία στοχευμένων φορολογικών πιστώσεων και κοινωνικών παροχών, ιδίως όταν αυξάνονται οι φόροι κατανάλωσης.
Ιαπωνία: Οι αυξήσεις του φόρου και τα αντισταθμιστικά μέτρα
Η Ιαπωνία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που αύξησε σταδιακά τον φόρο κατανάλωσης. Το 1997 ο συντελεστής αυξήθηκε από 3% σε 5%, ενώ το 2014 ανέβηκε από 5% σε 8%. Τον Οκτώβριο του 2019 αυξήθηκε ξανά, από 8% σε 10%.
Η αύξηση του 1997 συνέπεσε με σημαντική κάμψη της κατανάλωσης. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον φόρο, καθώς η ιαπωνική οικονομία αντιμετώπιζε παράλληλα προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις επιπτώσεις της ασιατικής χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Το 2014, μετά την αύξηση του φόρου, το ΑΕΠ της Ιαπωνίας υποχώρησε έντονα κατά το δεύτερο τρίμηνο. Η πτώση συνδέθηκε, μεταξύ άλλων, με την επιτάχυνση των αγορών πριν από την αύξηση και την υποχώρηση της κατανάλωσης στη συνέχεια.
Το 2019, η κυβέρνηση υιοθέτησε ένα πακέτο μέτρων περίπου 2,03 τρισ. γεν για να περιορίσει τις επιπτώσεις. Ο κανονικός συντελεστής διαμορφώθηκε στο 10%, ενώ διατηρήθηκε μειωμένος συντελεστής 8% για συγκεκριμένα τρόφιμα και ποτά, με εξαιρέσεις όπως το αλκοόλ και η εστίαση. Παράλληλα, εφαρμόστηκαν προσωρινά κίνητρα για ηλεκτρονικές πληρωμές σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και κουπόνια για νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και οικογένειες με παιδιά.
Η ιαπωνική εμπειρία δείχνει ότι οι αυξήσεις φόρων μπορούν να προκαλέσουν βραχυπρόθεσμες μεταβολές στην κατανάλωση, ενώ τα αντισταθμιστικά μέτρα επιχειρούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
Γερμανία: Η ανακοίνωση της αύξησης άλλαξε τη συμπεριφορά των καταναλωτών
Τον Νοέμβριο του 2005, η Γερμανία ανακοίνωσε ότι ο ΦΠΑ θα αυξανόταν από 16% σε 19% από την 1η Ιανουαρίου 2007. Η ανακοίνωση προηγήθηκε της εφαρμογής του μέτρου για περισσότερο από έναν χρόνο, δίνοντας στους καταναλωτές τη δυνατότητα να προσαρμόσουν τις αγοραστικές τους αποφάσεις.
Μελέτη των οικονομολόγων D’Acunto, Hoang και Weber, η οποία δημοσιεύτηκε από το Εθνικό Γραφείο Οικονομικών Ερευνών των ΗΠΑ (NBER), διαπίστωσε ότι η δηλωμένη πρόθεση των γερμανικών νοικοκυριών να αγοράσουν διαρκή αγαθά αυξήθηκε κατά 34% σε σύγκριση με αντίστοιχα νοικοκυριά άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η αύξηση κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 2006 και υποχώρησε μετά την εφαρμογή του νέου συντελεστή.
Το εύρημα αφορά την πρόθεση αγοράς και όχι αύξηση των πραγματικών αγορών κατά 34%. Παρ’ όλα αυτά, δείχνει ότι η αναμενόμενη αύξηση ενός φόρου μπορεί να μεταφέρει τη ζήτηση σε προγενέστερο χρόνο, καθώς οι καταναλωτές σπεύδουν να αγοράσουν πριν από την αλλαγή.
Το 2007 αυξήθηκαν σημαντικά και τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τον φόρο ασφαλίστρων. Σύμφωνα με στοιχεία που αποδίδονται στην Bundesbank, η αύξηση των σχετικών εσόδων έφτασε τα 24,5 δισ. ευρώ, περίπου 16%. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει, από μόνη της, ότι το σύνολο της αύξησης προήλθε αποκλειστικά από τον υψηλότερο συντελεστή, καθώς επηρεάζουν τα έσοδα και άλλες οικονομικές και φορολογικές μεταβολές.
Ηνωμένο Βασίλειο: Μείωση του ΦΠΑ μέσα στην οικονομική κρίση
Τον Δεκέμβριο του 2008, εν μέσω της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο μείωσε προσωρινά τον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ από 17,5% σε 15%. Το μέτρο ίσχυσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009 και το εκτιμώμενο δημοσιονομικό κόστος του ανήλθε σε 12,4 δισ. λίρες.
Η μείωση είχε στόχο να ενισχύσει την κατανάλωση σε μια περίοδο οικονομικής ύφεσης. Σύμφωνα με το Institute for Fiscal Studies (IFS), εάν η μείωση μεταφερόταν πλήρως στις τελικές τιμές, η μέση πτώση τους θα μπορούσε να φτάσει περίπου το 1,2%.
Ο κανονικός συντελεστής επανήλθε στο 17,5% τον Ιανουάριο του 2010 και αυξήθηκε στο 20% στις 4 Ιανουαρίου 2011. Παράλληλα, εφαρμόστηκαν και άλλες φορολογικές παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων αλλαγές στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Οι επιμέρους αυτές αλλαγές, ωστόσο, χρειάζεται να εξετάζονται ξεχωριστά, καθώς δεν είχαν όλες την ίδια διάρκεια ή το ίδιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Η βρετανική περίπτωση αναδεικνύει ένα βασικό ζήτημα: η μείωση του ΦΠΑ δεν συνεπάγεται αυτομάτως ισόποση μείωση των τιμών, αφού το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το πόσο από τη φορολογική ελάφρυνση μεταφέρεται στον καταναλωτή.
Καναδάς: Η φορολογική πίστωση για τα χαμηλότερα εισοδήματα
Το 1991, ο Καναδάς εισήγαγε τον ομοσπονδιακό φόρο αγαθών και υπηρεσιών GST, με συντελεστή 7%, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο ομοσπονδιακό φόρο πωλήσεων των κατασκευαστών, ο οποίος είχε γενικό συντελεστή 13,5% στα εγχώρια παραγόμενα αγαθά.
Για να περιοριστεί η επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων, θεσπίστηκε φορολογική πίστωση GST, η οποία άρχισε να καταβάλλεται τον Δεκέμβριο του 1990. Σκοπός της ήταν να αντισταθμίσει μέρος του κόστους του νέου φόρου για άτομα και οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα.
Το σύστημα περιλαμβάνει επίσης εξαιρέσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, όπως βασικά τρόφιμα, συνταγογραφούμενα φάρμακα και οικιστικά ενοίκια, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες του καναδικού φορολογικού συστήματος.
Η καναδική εμπειρία δείχνει πώς ένας φόρος κατανάλωσης μπορεί να συνοδεύεται από έναν μηχανισμό άμεσης αντιστάθμισης, ώστε να περιορίζεται η επιβάρυνση των νοικοκυριών που έχουν μικρότερη οικονομική δυνατότητα.
Ιράν: Η αντικατάσταση των επιδοτήσεων με χρηματικές μεταβιβάσεις
Τον Δεκέμβριο του 2010, το Ιράν προχώρησε σε εκτεταμένη μεταρρύθμιση των επιδοτήσεων, αυξάνοντας απότομα τις τιμές της ενέργειας και άλλων βασικών προϊόντων και αντικαθιστώντας μέρος των επιδοτήσεων με άμεσες χρηματικές μεταβιβάσεις προς τα νοικοκυριά.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτίμησε ότι η μεταρρύθμιση περιόρισε επιδοτήσεις ύψους περίπου 60 δισ. δολαρίων ετησίως, ποσό που αντιστοιχούσε τότε σε περίπου 15% του ΑΕΠ της χώρας. Οι αυξήσεις στις τιμές ορισμένων προϊόντων ήταν ιδιαίτερα μεγάλες, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις έως και το εικοσαπλάσιο.
Μελέτη των Ali Enami και Nora Lustig εκτίμησε ότι οι χρηματικές μεταβιβάσεις συνδέθηκαν αρχικά με μείωση του ποσοστού φτώχειας από 22,5% σε 10,6%. Ωστόσο, η αγοραστική δύναμη των παροχών περιορίστηκε σημαντικά στη συνέχεια. Ο σωρευτικός πληθωρισμός 136,5% σε διάστημα πέντε ετών σχεδόν υποδιπλασίασε την πραγματική αξία των μεταβιβάσεων και περιόρισε περίπου κατά 40% την επίδρασή τους στη μείωση της φτώχειας.
Το παράδειγμα αναδεικνύει τη σημασία της διατήρησης της πραγματικής αξίας των επιδομάτων. Μια χρηματική ενίσχυση μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση αρχικά, αλλά να χάσει μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητάς της όταν οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από το ύψος της.
Ευρώπη: Το κόστος των ενεργειακών επιδοτήσεων το 2022
Η ενεργειακή κρίση του 2022 οδήγησε πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στην εφαρμογή επιδοτήσεων, μειώσεων φόρων και άλλων παρεμβάσεων για τον περιορισμό του κόστους της ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με αναλύσεις του ΔΝΤ, τα πακέτα στήριξης του 2022 αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο σε περίπου 2,5% του ΑΕΠ, ενώ περισσότερο από τα δύο τρίτα των μέτρων δεν ήταν επαρκώς στοχευμένα στους οικονομικά ασθενέστερους. Το ακριβές ποσοστό και το δημοσιονομικό κόστος διαφέρουν ανάλογα με τις χώρες, την περίοδο και τα μέτρα που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό.
Το ΔΝΤ εκτίμησε επίσης ότι η πλήρης αντιστάθμιση της αύξησης του ενεργειακού κόστους για το φτωχότερο 40% του πληθυσμού θα απαιτούσε περίπου 0,9% του ΑΕΠ. Η σύγκριση αναδεικνύει ότι η στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών μπορεί να είναι δημοσιονομικά αποδοτικότερη από τις γενικευμένες επιδοτήσεις.
Όταν η ενίσχυση παρέχεται σε όλους ανεξαρτήτως εισοδήματος ή κατανάλωσης, σημαντικό μέρος της μπορεί να καταλήξει σε νοικοκυριά με μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα. Αντίθετα, οι παροχές που συνδέονται με το εισόδημα και τις πραγματικές ανάγκες μπορούν να κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων σε όσους δυσκολεύονται περισσότερο να καλύψουν τους λογαριασμούς τους.
Ενεργειακή κρίση το 2026: Η σημασία των στοχευμένων μέτρων
Το 2026, οι σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ αναζωπύρωσαν τις ανησυχίες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και τις τιμές. Παρότι οι ροές πετρελαίου μέσω του Στενού είχαν ανακάμψει σχεδόν πλήρως έως τις 13 Οκτωβρίου, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και το αυξημένο κόστος μεταφοράς εξακολουθούσαν να διατηρούν τις πιέσεις στην αγορά.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επιλογή των μέτρων στήριξης έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι γενικευμένες μειώσεις φόρων και οι οριζόντιες επιδοτήσεις μπορούν να προσφέρουν γρήγορη ανακούφιση, αλλά ενδέχεται να έχουν υψηλό δημοσιονομικό κόστος και να μην κατευθύνουν τη μεγαλύτερη ενίσχυση σε όσους τη χρειάζονται περισσότερο.
Η διεθνής εμπειρία και οι συστάσεις του ΔΝΤ υπογραμμίζουν τη σημασία των στοχευμένων, προσωρινών παρεμβάσεων, όπως οι άμεσες ενισχύσεις σε ευάλωτα νοικοκυριά, με σαφή χρονικά όρια και σχεδιασμό που αποφεύγει τη διατήρηση δαπανηρών μέτρων πέρα από την περίοδο κατά την οποία είναι αναγκαία.
Το βασικό δίδαγμα: Δεν αρκεί να αυξάνεις ή να μειώνεις έναν φόρο
Οι περιπτώσεις της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά και του Ιράν δείχνουν ότι η επίδραση των φόρων κατανάλωσης και των επιδοτήσεων εξαρτάται από τον σχεδιασμό, τον χρόνο εφαρμογής και τις οικονομικές συνθήκες.
Η αύξηση ενός φόρου μπορεί να μεταφέρει αγορές σε προγενέστερο χρόνο, να περιορίσει την κατανάλωση ή να αυξήσει τα δημόσια έσοδα. Μια μείωση φόρου μπορεί να ανακουφίσει τους καταναλωτές, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ότι το όφελος θα περάσει πλήρως στις τιμές. Αντίστοιχα, οι επιδοτήσεις μπορούν να προστατεύσουν τα νοικοκυριά από ένα απότομο κύμα ακρίβειας, αλλά οι γενικευμένες παρεμβάσεις ενδέχεται να αποδειχθούν ακριβότερες και λιγότερο αποτελεσματικές από τις στοχευμένες ενισχύσεις.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα εισπράττει ή διαθέτει το κράτος, αλλά ποιοι επιβαρύνονται, ποιοι ωφελούνται και αν η στήριξη διατηρεί την αξία της όταν αυξάνεται το κόστος ζωής.
Η διεθνής εμπειρία υποδεικνύει ότι οι στοχευμένες κοινωνικές παροχές, όταν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές ανάγκες και προσαρμόζονται στις οικονομικές συνθήκες, μπορούν να περιορίσουν αποτελεσματικότερα τις επιπτώσεις των φόρων και της ακρίβειας στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
