Ο Τραμπ «παγώνει» τον νόμο Γκράχαμ δύο μέρες πριν ενεργοποιηθεί – «Ματ» και «ιστορική στιγμή» για τη Μόσχα, «ανταμοιβή για τον Πούτιν» λέει ο Ζελένσκι

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

17 Οκτωβρίου 2026

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέστειλε σημαντικά νέα μέτρα κυρώσεων, δασμών και περιορισμών κατά της Ρωσίας που προέβλεπε νόμος του Κογκρέσου, μόλις δύο ημέρες πριν από την προγραμματισμένη έναρξη εφαρμογής τους. Η Μόσχα μιλά για «ιστορική στιγμή», το Κίεβο για ανταμοιβή του επιτιθέμενου και στην Ουάσιγκτον η κίνηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και από τα δύο κόμματα.

Τι υπέγραψε ο Τραμπ

Το εκτελεστικό διάταγμα υπογράφηκε αργά το βράδυ της Παρασκευής 16 Οκτωβρίου, ώρα Ουάσιγκτον. Αφορά τον νόμο «Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act of 2026», που φέρει το όνομα του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ. Ο νόμος υποχρέωνε τον πρόεδρο να επιβάλει τα νέα μέτρα έως τις 18 Οκτωβρίου, αλλά του έδινε τη δυνατότητα να τα αναστείλει, εφόσον πιστοποιούσε στο Κογκρέσο ότι αυτό εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ. Αυτή την πρόβλεψη επικαλέστηκε ο Τραμπ, αποστέλλοντας στο Κογκρέσο σχετική πιστοποίηση και έκθεση.

Ο νόμος είχε εγκριθεί με ευρείες διακομματικές πλειοψηφίες: από τη Γερουσία με 86 ψήφους υπέρ και 11 κατά στις 7 Αυγούστου και από τη Βουλή των Αντιπροσώπων με 262 υπέρ και 159 κατά στις 16 Σεπτεμβρίου. Ο Τραμπ τον είχε υπογράψει στις 18 Σεπτεμβρίου.

Το πακέτο στόχευε Ρώσους αξιωματούχους, τράπεζες και τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο. Προέβλεπε επίσης αυξημένους δασμούς σε ρωσικά προϊόντα και δασμούς έως 100% σε προϊόντα από χώρες που εισάγουν μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου ή φυσικού αερίου, με εξαιρέσεις υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η σημαντική μείωση των σχετικών εισαγωγών.

Η αναστολή δεν σημαίνει κατάργηση όλων των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Τα μέτρα που ισχύουν βάσει προηγούμενων εκτελεστικών διαταγμάτων παραμένουν σε ισχύ.

Μόσχα: «Ματ»

Την πρώτη ηχηρή αντίδραση έδωσε το Σάββατο ο Κίριλ Ντμίτριεφ, ειδικός απεσταλμένος του Βλαντίμιρ Πούτιν για τις επενδύσεις και τη διεθνή οικονομική συνεργασία και βασικός διαπραγματευτής του Κρεμλίνου για οικονομικά θέματα.

Σε ανάρτησή του χαρακτήρισε την αναστολή του νόμου Γκράχαμ «σημαντική και πραγματικά ιστορική στιγμή», υποστηρίζοντας ότι η οικονομική συνεργασία Ρωσίας–ΗΠΑ μπορεί να ωφελήσει και τις δύο χώρες. Σε ξεχωριστή ανάρτηση έγραψε μόνο μία λέξη: «Checkmate» («Ματ»).

Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, το Κρεμλίνο και ο ίδιος ο Πούτιν δεν είχαν τοποθετηθεί επισήμως έως το πρωί του Σαββάτου. Η απόφαση ερμηνεύεται στη Μόσχα ως σημαντική διπλωματική εξέλιξη, καθώς περιορίζει την άμεση εφαρμογή νέων μέτρων οικονομικής πίεσης.

Η κίνηση έρχεται περίπου μία εβδομάδα μετά την ανακοίνωση του Τραμπ για συμφωνία με τον Πούτιν σχετικά με τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στη διεθνή αγορά. Το αυξημένο κόστος των καυσίμων στις ΗΠΑ και οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν σημαντικούς παράγοντες στο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον της απόφασης.

Κίεβο: «Ανταμοιβή για τον Πούτιν»

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αντέδρασε το Σάββατο με σκληρή γλώσσα. Υποστήριξε ότι η αναστολή των αμερικανικών κυρώσεων και η χαλάρωση της πίεσης προς τη Ρωσία λειτουργούν ως ανταμοιβή για τον Βλαντίμιρ Πούτιν και ενδέχεται να τον ενθαρρύνουν να συνεχίσει τις επιθέσεις.

Ο Ουκρανός πρόεδρος εξέφρασε επίσης την εκτίμηση ότι η χαλάρωση των περιορισμών θα μπορούσε να συνεχιστεί. Παράλληλα, ευχαρίστησε τους Ευρωπαίους εταίρους για τη στήριξή τους και κάλεσε τους συμμάχους να διατηρήσουν την πίεση στη Μόσχα.

Όπως υποστήριξε, στόχος των διεθνών πρωτοβουλιών θα πρέπει να είναι ο τερματισμός του πολέμου και όχι η δημιουργία κινήτρων που θα μπορούσαν να παρατείνουν τη σύγκρουση.

Ουάσιγκτον: Διακομματικές αντιδράσεις

Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, ο οποίος είχε συντάξει τον νόμο μαζί με τον Γκράχαμ, κατηγόρησε τον Τραμπ ότι ευνοεί τον Πούτιν και όσους στηρίζουν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια, παρά τη διακομματική υποστήριξη που είχε συγκεντρώσει η νομοθεσία. Κατά τον ίδιο, η αναστολή δεν εξυπηρετεί την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Κριτική άσκησε και η Δημοκρατική γερουσιάστρια Ελίζαμπεθ Γουόρεν, σύμφωνα με δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου.

Οι αντιδράσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στους Δημοκρατικούς. Λίγες ημέρες νωρίτερα, διακομματική ομάδα γερουσιαστών, ανάμεσά τους οι Ρεπουμπλικανοί Μιτς ΜακΚόνελ, Σούζαν Κόλινς, Τζον Κόρνιν, Λίζα Μιρκόφσκι και Τομ Τίλις, είχε ζητήσει από τον Τραμπ να ακυρώσει τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ και να εφαρμόσει πλήρως τον νόμο Γκράχαμ.

Οι γερουσιαστές είχαν χαρακτηρίσει τη συμφωνία δώρο προς τη Μόσχα και επιζήμια για τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους.

Ευρώπη: Οι κυρώσεις συνεχίζονται

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί σε ισχύ τις δικές της κυρώσεις κατά της Ρωσίας και συνεχίζει την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων που έχει ήδη θεσπίσει.

Το τελευταίο πακέτο κυρώσεων που είχε υιοθετηθεί από την ΕΕ ήταν το 21ο, τον Ιούλιο του 2026. Νέες καταχωρίσεις προσώπων και οντοτήτων που ανακοινώθηκαν τον Οκτώβριο δεν συνιστούν από μόνες τους υιοθέτηση 22ου πακέτου.

Η ευρωπαϊκή στάση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αναστολή μέτρων από την Ουάσιγκτον ενδέχεται να ενισχύσει τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τη δική τους οικονομική και πολιτική πίεση στη Μόσχα.

Τι διακυβεύεται

Η απόφαση ανοίγει τρία βασικά μέτωπα.

Το πρώτο είναι θεσμικό: ο Τραμπ υπέγραψε έναν νόμο που είχε εγκριθεί με ευρείες διακομματικές πλειοψηφίες και στη συνέχεια ανέστειλε σημαντικά μέτρα του, αξιοποιώντας σχετική πρόβλεψη της ίδιας της νομοθεσίας. Το Κογκρέσο καλείται πλέον να αποφασίσει αν θα αντιδράσει και με ποιον τρόπο.

Το δεύτερο είναι γεωπολιτικό. Η Ουκρανία θεωρεί ότι χάνει ένα σημαντικό εργαλείο πίεσης προς τη Ρωσία, ενώ η Ευρώπη ενδέχεται να κληθεί να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της προσπάθειας για τη διατήρηση των οικονομικών περιορισμών.

Το τρίτο είναι οικονομικό και εκλογικό. Η αμερικανική κυβέρνηση επικαλείται το εθνικό συμφέρον, την ώρα που το κόστος των καυσίμων εξακολουθεί να απασχολεί τους ψηφοφόρους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.

Για τη Μόσχα, η απόφαση αποτελεί θετική εξέλιξη. Για το Κίεβο και τους Αμερικανούς επικριτές της, δημιουργεί τον κίνδυνο να περιοριστεί η πίεση προς τη Ρωσία σε μια κρίσιμη φάση του πολέμου.