Η σκηνή: μια αυτοκρατορική «επίδειξη νύφης»
Γύρω στο 830 μ.Χ., στην Κωνσταντινούπολη, ο νεαρός αυτοκράτορας Θεόφιλος —γιος του Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού, μορφωμένος, λάτρης των γραμμάτων αλλά και σκληρός υπερασπιστής της εικονομαχίας— βρισκόταν στην ηλικία του γάμου. Η μητριά του, η Ευφροσύνη (δεύτερη σύζυγος του πατέρα του), ανέλαβε να οργανώσει αυτό που σήμερα θα λέγαμε «διαγωνισμό νύφης»: κάλεσε στο παλάτι τις ωραιότερες και πιο ευγενικές νέες κοπέλες της αυτοκρατορίας, ώστε ο Θεόφιλος να διαλέξει ανάμεσά τους τη μέλλουσα σύζυγό του. Η διαδικασία ήταν συγκεκριμένη και συμβολική: ο αυτοκράτορας θα περπατούσε ανάμεσα στις υποψήφιες κρατώντας ένα χρυσό μήλο, το οποίο θα προσέφερε σε εκείνη που θα διάλεγε.
Ανάμεσα στις υποψήφιες βρισκόταν και η Κασσιανή (γνωστή στις πηγές και ως Κασσία, Εικασία ή Ικασία), μια νεαρή γυναίκα από αριστοκρατική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, γεννημένη γύρω στο 805-810. Οι βυζαντινοί χρονικογράφοι που διέσωσαν το επεισόδιο —ο Συμεών ο Μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός— περιγράφουν την Κασσιανή ως γυναίκα που συνδύαζε σπάνια εξωτερική ομορφιά με εξαιρετική ευφυΐα και μόρφωση, ασυνήθιστη για την εποχή της.
Το επεισόδιο που έμεινε στην ιστορία
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Θεόφιλος, καθώς πλησίαζε την Κασσιανή κρατώντας το χρυσό μήλο, γοητεύτηκε από την ομορφιά της. Ωστόσο, πριν της το προσφέρει, θέλησε —ίσως για να τη δοκιμάσει, ίσως από απλή αντρική αυθάδεια— να πει κάτι που θα αποκάλυπτε το πνεύμα της. Της είπε ότι «από τη γυναίκα προήλθαν τα δεινά», αναφερόμενος στην Εύα και στο προπατορικό αμάρτημα.
Η Κασσιανή, χωρίς δισταγμό, του απάντησε με μια φράση εξίσου θεολογικά φορτισμένη: «αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα», εννοώντας την Παναγία και τη σωτηρία που έφερε στον κόσμο μέσω αυτής η γέννηση του Χριστού. Η απάντηση ήταν κομψή, θεολογικά άρτια, και ταυτόχρονα αιχμηρή — μια έξυπνη αντιστροφή του επιχειρήματός του με τη χρήση των ίδιων του των όρων.
Η ετοιμότητα αυτή, όμως, που σε άλλη περίσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί χάρισμα, έγινε η αιτία της απόρριψής της. Ο Θεόφιλος, όπως αφηγούνται οι πηγές, ένιωσε πληγωμένος τον εγωισμό του — δεν άντεξε να «αποστομωθεί» δημόσια από μια γυναίκα, έστω κι αν αυτή η γυναίκα τον είχε ήδη γοητεύσει. Δίστασε, έκανε ένα-δυο βήματα ακόμη, και τελικά έδωσε το χρυσό μήλο σε μια άλλη υποψήφια: τη Θεοδώρα, η οποία και έγινε αυτοκράτειρα.
Τι απέγινε η Κασσιανή
Μετά το επεισόδιο αυτό, η Κασσιανή εξαφανίζεται σχεδόν εντελώς από τις ιστορικές πηγές της εποχής — κανένα βυζαντινό κείμενο, κοσμικό ή εκκλησιαστικό, δεν διασώζει λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε άμεσα. Η παράδοση, ωστόσο, λέει πως η απόρριψη τη σημάδεψε βαθιά, και της αποδίδεται η ρήση ότι, αφού δεν κατάφερε να γίνει βασίλισσα ενός πρόσκαιρου κόσμου, επέλεξε να αφοσιωθεί σε μια αιώνια βασιλεία. Πράγματι, η Κασσιανή ίδρυσε τελικά δικό της μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη και έγινε η πρώτη ηγουμένη του, αφιερώνοντας τη ζωή της στη θρησκευτική γραφή, την ποίηση και την υμνογραφία.
Εκεί αναδείχθηκε σε μία από τις ελάχιστες γυναίκες υμνογράφους της βυζαντινής εκκλησιαστικής παράδοσης — μια παράδοση στην οποία, όπως σημειώνουν μελετητές, οι συνθέτες τροπαρίων ήταν σχεδόν αποκλειστικά άνδρες μοναχοί. Πλέον της υμνογραφίας, έγραψε επίσης γνωμικά στίχους και επιγράμματα με έντονο προσωπικό, μερικές φορές και καυστικό, ύφος.
Το Τροπάριο της Κασσιανής: το πιο γνωστό της έργο
Το έργο για το οποίο η Κασσιανή παραμένει γνωστή μέχρι σήμερα είναι το λεγόμενο «Τροπάριο της Κασσιανής» («Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…»), που ψάλλεται στους ορθόδοξους ναούς κάθε Μεγάλη Τρίτη, στο πλαίσιο της ακολουθίας του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης. Το τροπάριο εμπνέεται από το ευαγγελικό επεισόδιο της ανώνυμης αμαρτωλής γυναίκας που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου, και που ο Χριστός έσωσε από τον λιθοβολισμό λέγοντας τη φράση «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Αξίζει να σημειωθεί —καθώς είναι σύνηθες σφάλμα— ότι η γυναίκα αυτή δεν ταυτίζεται στα Ευαγγέλια με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, παρά τη διαδεδομένη λανθασμένη αντίληψη.
Το τροπάριο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, αποδίδει με σπάνια λυρική ένταση τη μεταστροφή, τη συντριβή και τη μετάνοια της γυναίκας μπροστά στη θεία παρουσία. Θεωρείται ένα από τα κορυφαία δείγματα βυζαντινής υμνογραφίας και εκτελείται μέχρι σήμερα σε ναούς σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο.
Μια αγαπημένη —αν και δύσκολα επιβεβαιώσιμη ιστορικά— παράδοση θέλει τον ίδιο τον Θεόφιλο, χρόνια αργότερα, να ακούει τυχαία την Κασσιανή να ψάλλει το τροπάριο αυτό από το μοναστήρι της και να εντυπωσιάζεται τόσο, ώστε να θελήσει να προσθέσει ο ίδιος έναν στίχο. Λέγεται ότι πρόσθεσε τον στίχο για τα βήματα που η Εύα άκουσε τρομαγμένη στον Παράδεισο, και ότι η Κασσιανή, από σεβασμό, τον κράτησε στο τελικό κείμενο του τροπαρίου, μολονότι εκείνη είχε ήδη αποσυρθεί από τον κόσμο.
Πόσο «αληθινή» είναι η ιστορία;
Είναι σημαντικό, σε ένα άρθρο που επιδιώκει ιστορική εγκυρότητα, να ξεχωρίσουμε τα στρώματα του θρύλου. Το γεγονός ότι η Κασσιανή έζησε πράγματι, ότι υπήρξε ηγουμένη και υμνογράφος, και ότι έγραψε το περίφημο τροπάριο που ακόμη ψάλλεται, είναι αδιαμφισβήτητο και τεκμηριωμένο από πολλαπλές πηγές, βυζαντινές και μεταγενέστερες. Το ίδιο ισχύει και για τη συμμετοχή της στην τελετή επιλογής νύφης του Θεόφιλου, την οποία αναφέρουν ανεξάρτητα τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι.
Ωστόσο, η ακριβής διατύπωση του διαλόγου («από τη γυναίκα τα δεινά» / «από τη γυναίκα τα καλύτερα») διασώζεται μόνο μέσα από μεταγενέστερη χρονικογραφική παράδοση, γραμμένη αρκετές γενιές μετά τα γεγονότα, και όχι από σύγχρονη μαρτυρία της εποχής του Θεόφιλου. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το επεισόδιο είναι εφεύρημα — οι βυζαντινοί χρονικογράφοι συχνά αντλούσαν από προφορική παράδοση της αυλής που είχε πυρήνα αλήθειας — αλλά σημαίνει ότι πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως ιστορικό θρύλο με πιθανό πραγματικό υπόβαθρο, και όχι ως τεκμηριωμένο ιστορικό ντοκουμέντο λέξη προς λέξη. Το ίδιο ισχύει και για τη σκηνή της μεταγενέστερης συνάντησης Θεόφιλου-Κασσιανής μέσω του τροπαρίου, η οποία έχει έντονα τα χαρακτηριστικά ύστερης λογοτεχνικής επεξεργασίας παρά αυστηρής ιστορικής μαρτυρίας.
Γιατί ο θρύλος άντεξε στον χρόνο
Η γοητεία της ιστορίας του Θεόφιλου και της Κασσιανής δεν βρίσκεται τόσο στην ακρίβεια των λεπτομερειών της, όσο στο τι αντιπροσωπεύει: τη σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία και την ευφυΐα, ανάμεσα στον έλεγχο και την ελευθερία της σκέψης. Ένας αυτοκράτορας που θα μπορούσε να έχει τα πάντα επιλέγει τελικά να απορρίψει τη γυναίκα που τον ξεπέρασε σε πνεύμα, ακριβώς επειδή τον ξεπέρασε. Κι εκείνη, αντί να συντριβεί από την απόρριψη, μετουσιώνει την πληγή της σε ένα από τα σπουδαιότερα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής παράδοσης — ένα κείμενο που, ειρωνικά, επιβίωσε αιώνες περισσότερο από κάθε αυτοκρατορικό θρόνο.
Είναι, τελικά, μια ιστορία που η ίδια η Ιστορία δεν χρειάστηκε να επιβεβαιώσει λεπτομερώς για να αποκτήσει διαχρονική αξία — γιατί η αλήθεια της δεν κρίνεται μόνο από τα χρονικά, αλλά και από το τροπάριο που ακόμη, χίλια διακόσια χρόνια μετά, αντηχεί κάθε Μεγάλη Τρίτη στους ορθόδοξους ναούς.
