Ένα παιδί από την Τατάουλα
Στις 6 Οκτωβρίου 1849, σε μια φτωχή ελληνική οικογένεια, γεννήθηκε στη Μούγλα της Μικράς Ασίας ένα αγόρι που θα βαφτιζόταν Βασίλειος Ζαχαρίας. Η οικογένεια είχε ήδη περάσει από εξορία στη Ρωσία, στον απόηχο των αντιελληνικών διωγμών που ακολούθησαν την Επανάσταση του 1821, και εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, άρχισε να χρησιμοποιεί το επώνυμο «Ζαχάρωφ». Όταν επέστρεψε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εγκαταστάθηκε στην Τατάουλα, μια φτωχική ελληνική συνοικία κοντά στην Κωνσταντινούπολη.
Ήδη από αυτά τα πρώτα χρόνια, η βιογραφία του Ζαχάρωφ γίνεται δυσδιάκριτη ανάμεσα στο τεκμηριωμένο γεγονός και τον θρύλο —κάτι που θα χαρακτήριζε ολόκληρη τη ζωή του. Ως παιδί δούλεψε ξεναγός στη διαβόητη συνοικία του Γαλατά, αργότερα πυροσβέστης —επάγγελμα που στην Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα συνδεόταν συχνά με ανορθόδοξες πρακτικές, όπως τη «διάσωση» πολύτιμων αντικειμένων επί αμοιβή— και στη συνέχεια αργυραμοιβός, με φήμες, ποτέ πλήρως επιβεβαιωμένες, ότι διακινούσε πλαστό νόμισμα σε ανυποψίαστους τουρίστες.
Από το Λονδίνο στην αγορά όπλων
Στα μέσα της δεκαετίας του 1860 στάλθηκε στην Αγγλία για σπουδές και λίγα χρόνια αργότερα έγινε αντιπρόσωπος στο Λονδίνο της εμπορικής επιχείρησης υφασμάτων του θείου του. Το 1872 βρέθηκε αντιμέτωπος με δικαστική υπόθεση στο Λονδίνο, ύστερα από καταγγελίες που συνδέονταν με την εμπορική δραστηριότητά του και την επιχείρηση του θείου του. Η υπόθεση ήταν πιο σύνθετη από μια απλή κατηγορία υπεξαίρεσης και, μετά τη δικαστική του περιπέτεια, ο Ζαχάρωφ εγκατέλειψε την Αγγλία και κατέφυγε στην ανατολική Μεσόγειο.
Η μεγάλη στροφή της ζωής του ήρθε στην Αθήνα, όπου γνώρισε τον χρηματιστή και διπλωμάτη Στέφανο Σκουλούδη. Με τη σύσταση του Σκουλούδη, ο Ζαχάρωφ διορίστηκε αντιπρόσωπος για τα Βαλκάνια του Σουηδού κατασκευαστή όπλων Θόρστεν Νόρντενφελτ. Στις 14 Οκτωβρίου 1877 προσλήφθηκε επίσημα ως πωλητής της εταιρείας, και σύντομα κατάφερε να πουλήσει στην Ελλάδα ένα ατμοκίνητο υποβρύχιο του Νόρντενφελτ. Έπειτα, με ένα κόλπο που θα γινόταν η υπογραφή όλης της καριέρας του, έπεισε και την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αγοράσει δύο ακόμη τέτοια υποβρύχια, με το επιχείρημα ότι έπρεπε να διατηρηθεί η στρατιωτική ισορροπία στα Βαλκάνια — και στη συνέχεια προσπάθησε να αξιοποιήσει τον ίδιο ανταγωνισμό και απέναντι στη Ρωσία, η οποία παρήγγειλε το μεγαλύτερο Nordenfelt IV. Πουλούσε, δηλαδή, όπλα και στις δύο πλευρές μιας δυνητικής σύγκρουσης, δημιουργώντας ο ίδιος τη ζήτηση που εκμεταλλευόταν.
Ο άνθρωπος πίσω από τη Vickers
Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 ο Χάιραμ Μαξίμ, εφευρέτης του πολυβόλου, ένωσε τις δυνάμεις του με τον Νόρντενφελτ, και ο Ζαχάρωφ ανέλαβε την αντιπροσωπεία της νέας εταιρείας για ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία. Το 1895, όταν η βρετανική εταιρεία Vickers εξαγόρασε τη Maxim-Nordenfelt, ο Ζαχάρωφ πέρασε μαζί με την επιχείρηση, και μέσα σε λίγα χρόνια έγινε ένα από τα πιο ισχυρά στελέχη της —μιας εταιρείας που θα γινόταν, μαζί με τη γερμανική Krupp, μία από τις ισχυρότερες πολεμικές βιομηχανίες της Ευρώπης.
Μέσα από τη Vickers, ο Ζαχάρωφ έχτισε ένα δίκτυο επιρροής που εκτεινόταν σε δεκάδες κυβερνήσεις. Διατηρούσε στενές σχέσεις με πολιτικούς ηγέτες πρώτης γραμμής, όπως ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Οθωμανός σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ — τρεις ηγέτες που, σε διαφορετικές στιγμές, βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η φήμη του ως ανθρώπου που πουλούσε όπλα ταυτόχρονα σε αντιμαχόμενες πλευρές, που χρησιμοποιούσε τον Τύπο για να χτυπά ανταγωνιστές και που μερικές φορές παρέδιδε ελαττωματικό ή ξεπερασμένο υλικό, του χάρισε δύο προσωνύμια που τον ακολούθησαν σε όλη την Ευρώπη: «ο έμπορος του θανάτου» και «ο μυστηριώδης άνθρωπος της Ευρώπης».
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η ελληνική στροφή
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ζαχάρωφ συνεργάστηκε σε πολύ υψηλό επίπεδο με τις Συμμαχικές δυνάμεις, αξιοποιώντας τις διασυνδέσεις του σε ολόκληρη την ήπειρο. Μετά τον πόλεμο, η Γαλλία τον τίμησε φτάνοντάς τον τελικά στον ανώτατο βαθμό της Λεγεώνας της Τιμής, ενώ η Βρετανία τον έχρισε ιππότη, δίνοντάς του τον τίτλο «Sir». Το 1913 είχε ήδη αποκτήσει τη γαλλική υπηκοότητα.
Παρά τη διεθνή, σχεδόν άπατρη εικόνα του, ο Ζαχάρωφ διατήρησε μια ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα, ιδίως μετά το 1910. Λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους πρόσφερε στο ελληνικό κράτος ένα επιβλητικό κτίριο στο Παρίσι για να στεγάσει την ελληνική πρεσβεία, και υποστήριξε οικονομικά τη χώρα με δωρεές που, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, ανήλθαν σε 2,5 εκατομμύρια δολάρια το 1912-13 και άλλα 1,25 εκατομμύρια το 1916-17. Αργότερα χρηματοδότησε σε σημαντικό βαθμό την ελληνική πολεμική προσπάθεια στη Μικρά Ασία — μια οικονομική εμπλοκή που, με την καταστροφική έκβασή της, φέρεται να του κόστισε σημαντικά, καθώς είχε προμηθεύσει υλικό επί πιστώσει και είχε προχωρήσει σε άμεσες επιδοτήσεις που ποτέ δεν ανακτήθηκαν.
Το καζίνο, οι τίτλοι και η δούκισσα
Η προσωπική ζωή του Ζαχάρωφ ήταν εξίσου πολύπλοκη όσο και η επαγγελματική. Παντρεύτηκε πρώτη φορά το 1872 στο Λονδίνο, αλλά εγκατέλειψε τη σύζυγό του, η οποία πέθανε μόνη στην αγγλική πρωτεύουσα στα τέλη του 19ου αιώνα. Παράλληλα, διατηρούσε επί δεκαετίες δεσμό με την Ισπανίδα δούκισσα ντε Βιγιαφράνκα, σύζυγο ενός μέλους της ισπανικής βασιλικής οικογένειας που έπασχε από ψυχική νόσο. Όταν ο σύζυγός της πέθανε το 1923, ο Ζαχάρωφ την παντρεύτηκε επιτέλους, το 1924, κοντά στο Παρίσι· εκείνη όμως πέθανε λίγο αργότερα, το 1926.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ζαχάρωφ απέκτησε σημαντικό συμφέρον στη Société des Bains de Mer, την εταιρεία που διαχειριζόταν το θρυλικό Καζίνο του Μόντε Κάρλο, την οποία είχε στηρίξει οικονομικά κατά τη διάρκεια του πολέμου με κεφάλαια που αναφέρονται στην εποχή ως δωρεά ενός εκατομμυρίου λιρών. Παράλληλα, χρηματοδότησε γενναιόδωρα ακαδημαϊκά ιδρύματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδρύοντας έδρες και ερευνητικά προγράμματα σε πανεπιστήμια όπως η Σορβόννη, το Λιντς και η Οξφόρδη — μια φιλανθρωπική δραστηριότητα που πολλοί ερμήνευσαν ως προσπάθεια να «εξαγοράσει» μια πιο ευγενική θέση στην ιστορία, απέναντι στη φήμη του ως εμπόρου θανάτου.
Ο θάνατος και ο μύθος
Ο Μπάζιλ Ζαχάρωφ πέθανε στις 27 Νοεμβρίου 1936 στο Μόντε Κάρλο, σε ηλικία 87 ετών, έχοντας, σύμφωνα με μεταγενέστερες βιογραφικές αναφορές, αποκτήσει επτά διαφορετικές ιθαγένειες και 298 παράσημα από 31 αρχηγούς κρατών σε όλη τη ζωή του. Η περιουσία του εκτιμήθηκε από μεταγενέστερες βιογραφικές πηγές σε πάνω από 500 εκατομμύρια δολάρια, αν και οι εκτιμήσεις της εποχής διέφεραν σημαντικά.
Η επιρροή του στη λαϊκή φαντασία υπήρξε εξίσου μεγάλη με την οικονομική του δύναμη. Θεωρείται ένα από τα πρότυπα για τον σκοτεινό, χωρίς πατρίδα κακό των κατασκόπων-μυθιστορημάτων του 20ού αιώνα — από τον διεφθαρμένο έμπορο όπλων Μπαζίλ Μπαζάροφ στο κόμικ του Ερζέ «Το Σπασμένο Αυτί» των περιπετειών του Τιντίν, μέχρι κάποιες πτυχές του χαρακτήρα του θρυλικού κακού της Τζέιμς Μποντ, Ερνστ Στάβρο Μπλόφελντ. Ακόμη και ο θρυλικός «Πολίτης Κέιν» του Όρσον Γουέλς φέρεται να δανείστηκε στοιχεία από τη ζωή του.
Ο Ζαχάρωφ παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αινιγματικά πρόσωπα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας: ένας φτωχός Έλληνας από μια συνοικία της Κωνσταντινούπολης που έγινε ένας από τους πλουσιότερους και πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου του, χτίζοντας την περιουσία του πάνω σε πολέμους που ο ίδιος συχνά βοηθούσε να ανάψουν — και αφήνοντας πίσω του μια βιογραφία τόσο γεμάτη κενά και αντιφατικές εκδοχές, που ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τον άνθρωπο από τον μύθο.
Σημείωση: Πολλές λεπτομέρειες της πρώιμης ζωής του Ζαχάρωφ βασίζονται σε ανεπιβεβαίωτες ή αμφιλεγόμενες πηγές της εποχής, καθώς ο ίδιος καλλιεργούσε εσκεμμένα τη μυστικοπάθεια γύρω από το παρελθόν του.
Δείτε και το σχετικό βίντεο της Πρακτικής Σκέψης στο youtube
