Μια καθημερινή δόση πρεβιοτικής ίνας φαίνεται πως μπορεί να ανακουφίσει τον πόνο σε ανθρώπους με οστεοαρθρίτιδα γόνατος, σύμφωνα με νέα κλινική έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Nottingham στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μελέτη, γνωστή ως INSPIRE, δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients και εξέτασε την επίδραση της ινουλίνης, μιας φυσικής διαλυτής ίνας που βρίσκεται σε τρόφιμα όπως η ρίζα κιχωρίου και οι αγκινάρες της Ιερουσαλήμ.
Στην τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή συμμετείχαν 117 ενήλικες με οστεοαρθρίτιδα γόνατος, οι οποίοι χωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες για έξι εβδομάδες: μία έλαβε 20 γραμμάρια ινουλίνης ημερησίως, μία ακολούθησε ψηφιακό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας, μία συνδύασε και τα δύο, ενώ μία τέταρτη έλαβε εικονικό σκεύασμα (placebo).
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι λάμβαναν την πρεβιοτική ίνα παρουσίασαν σημαντική μείωση του πόνου, βελτίωση στη δύναμη λαβής χεριού και μειωμένη ευαισθησία στον πόνο. Παράλληλα, η ομάδα της ινουλίνης είχε πολύ λιγότερες αποχωρήσεις σε σχέση με την ομάδα της ψηφιακής φυσικοθεραπείας, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένα απλό συμπλήρωμα διατροφής μπορεί να είναι πιο εύκολο να ακολουθηθεί μακροπρόθεσμα.
Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης μια ενδιαφέρουσα βιολογική σύνδεση: η ινουλίνη φάνηκε να αυξάνει τα επίπεδα βουτυρικού οξέος, μιας ουσίας που παράγεται από το έντερο και σχετίζεται με τη ρύθμιση της φλεγμονής, καθώς και τα επίπεδα της ορμόνης GLP-1, η οποία συνδέθηκε με τη βελτίωση της μυϊκής δύναμης. Η επικεφαλής ερευνήτρια, καθηγήτρια Ana Valdes, ανέφερε ότι το εύρημα αυτό αναδεικνύει έναν ευρύτερο «άξονα εντέρου-μυών-πόνου», ο οποίος αξίζει περαιτέρω διερεύνηση και θα μπορούσε να έχει σημασία όχι μόνο για την αρθρίτιδα, αλλά και για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η υγεία του εντέρου επηρεάζει τη γήρανση γενικότερα.
Η κύρια συγγραφέας της μελέτης, ερευνήτρια Afroditi Kouraki, τόνισε πως τα ευρήματα ανοίγουν το ενδεχόμενο μια απλή διατροφική αλλαγή —όπως η προσθήκη μιας πρεβιοτικής ίνας στο πρωινό ή στο γιαούρτι— να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση του πόνου και στη βελτίωση της φυσικής λειτουργικότητας.
Οι ερευνητές σημειώνουν ωστόσο ότι η μελέτη διήρκεσε μόλις έξι εβδομάδες, είχε διαφορετικά ποσοστά αποχώρησης μεταξύ των ομάδων και δεν ήταν δυνατή η τυφλοποίηση των συμμετεχόντων ως προς το πρόγραμμα φυσικοθεραπείας, στοιχεία που περιορίζουν τη δυνατότητα γενίκευσης των συμπερασμάτων. Χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες πριν η ινουλίνη μπορέσει να συστηθεί ευρέως ως θεραπευτική επιλογή.
Η οστεοαρθρίτιδα γόνατος επηρεάζει εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες πόνου και αναπηρίας, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες. Οι σημερινές θεραπευτικές επιλογές βασίζονται κυρίως σε παυσίπονα φάρμακα, που ενέχουν κινδύνους παρενεργειών, ή σε προγράμματα άσκησης, τα οποία πολλοί ασθενείς δυσκολεύονται να διατηρήσουν σταθερά. Γι’ αυτό, η δυνατότητα μιας απλής, οικονομικής και εύκολα προσβάσιμης διατροφικής παρέμβασης θεωρείται ιδιαίτερα ελπιδοφόρα από την επιστημονική κοινότητα.
Ειδικοί που δεν συμμετείχαν στην έρευνα, όπως η Lucy Donaldson, διευθύντρια έρευνας του οργανισμού Arthritis UK στη Βρετανία, χαρακτήρισαν τα ευρήματα «συναρπαστικά» και ανέφεραν ότι αναδεικνύουν πώς η διατροφή και η φυσικοθεραπεία μπορούν να δράσουν με διαφορετικούς τρόπους προς όφελος των ανθρώπων με αρθρίτιδα.
Οι ειδικοί συνιστούν σε όσους αντιμετωπίζουν συμπτώματα οστεοαρθρίτιδας να συμβουλεύονται τον γιατρό ή τον διαιτολόγο τους πριν ξεκινήσουν οποιοδήποτε νέο συμπλήρωμα διατροφής.
