Υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή που αποκαλύπτει την απόσταση ανάμεσα σε όσους μας κυβερνούν και σε όσους ζούμε την καθημερινότητα: είναι η στιγμή που στέκεσαι μπροστά στο ράφι του σουπερμάρκετ και κάνεις νοερά πράξεις, προσπαθώντας να χωρέσεις τα βασικά μέσα σε έναν μισθό που δεν προλαβαίνει τις τιμές. Είναι η στιγμή που περιμένεις το λεωφορείο που άργησε είκοσι λεπτά, με τη δουλειά να σε περιμένει και το ρολόι να μη σε συγχωρεί.
Αυτές τις στιγμές δεν τις έχουν ζήσει όλοι όσοι αποφασίζουν για εμάς. Και αυτό δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια βιογραφικού· είναι πολιτικό πρόβλημα με μακρά ιστορία.
Μια αρχαία παθολογία
Η απόσταση της εξουσίας από τον απλό πολίτη δεν είναι σύγχρονο εύρημα. Ο Πλάτωνας, στην «Πολιτεία», έθετε το ερώτημα ποιος είναι κατάλληλος να κυβερνήσει, και κατέληγε πως η γνώση χωρίς επαφή με την πραγματικότητα των πολλών οδηγεί σε στρεβλή διακυβέρνηση. Στη Ρώμη, η ρήξη ανάμεσα σε πατρικίους και πληβείους —η λεγόμενη «σύγκρουση των τάξεων»— δεν ήταν παρά η θεσμική έκφραση μιας κοινωνίας όπου η άρχουσα τάξη ζούσε ουσιαστικά σε άλλη χώρα από τους πολλούς, μέχρι που η πίεση των πληβείων επέβαλε τη δημιουργία των δημάρχων του λαού ως γέφυρας ανάμεσα στους δύο κόσμους.
Η πιο γνωστή —έστω και εν πολλοίς αμφισβητούμενη ιστορικά— ατάκα που έχει αποδοθεί στη Μαρία Αντουανέτα, ότι ο λαός που δεν είχε ψωμί θα μπορούσε να φάει παντεσπάνι, έχει μείνει στη συλλογική μνήμη ακριβώς επειδή συμπυκνώνει κάτι διαχρονικό: την αδυναμία μιας άρχουσας τάξης να αντιληφθεί τι σημαίνει στέρηση, ακόμα κι όταν νομίζει πως δείχνει καλή θέληση. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε στη Γαλλική Επανάσταση, όπου η αυλή των Βερσαλλιών, κυριολεκτικά απομονωμένη πίσω από κάγκελα και τελετουργικά, αγνόησε την κρίση στις τιμές του ψωμιού μέχρι που η απόσταση έγινε αγεφύρωτη —και επαναστατική.
Πιο κοντά μας, ο Ιταλός στοχαστής Αντόνιο Γκράμσι μιλούσε για τη σημασία των «οργανικών διανοουμένων» —ηγετών που προέρχονται από τα σπλάχνα μιας κοινωνικής ομάδας και εκφράζουν πραγματικά τα βιώματά της, σε αντιδιαστολή με μια ελίτ που απλώς διοικεί από πάνω προς τα κάτω. Η διάκριση αυτή παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη όταν μιλάμε για σημερινή πολιτική εκπροσώπηση.
Η απόσταση δεν είναι αθώα
Όταν κάποιος δεν έχει σταθεί ποτέ σε ουρά ταμείου μετρώντας αν του φτάνουν τα χρήματα, δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί πραγματικά τι σημαίνει η αύξηση 15% στο λάδι ή στο γάλα. Δεν είναι θέμα κακής πρόθεσης απαραίτητα· είναι θέμα βιωμένης εμπειρίας. Η πολιτική απόφαση που παίρνεις για την ακρίβεια είναι διαφορετική όταν την παίρνεις έχοντας νιώσει το βάρος της, και διαφορετική όταν την παίρνεις διαβάζοντας δείκτες σε μια αναφορά.
Αυτή η απόσταση συχνά μεταφράζεται σε γλώσσα. Ακούμε εκφράσεις όπως «η ακρίβεια είναι διεθνές φαινόμενο» ή «τα μεγέθη δείχνουν ανάπτυξη», σαν να είναι αρκετό να εξηγήσεις ένα πρόβλημα για να πάψει να πονάει. Ο πολίτης όμως δεν ζητά ανάλυση· ζητά να μπορεί να κλείσει τον λογαριασμό στο τέλος του μήνα.
Η αλαζονεία της απόστασης
Η αλαζονεία δεν εκδηλώνεται πάντα με φωνές. Συχνά είναι σιωπηλή: είναι η σιγουριά ότι ξέρεις καλύτερα από τον πολίτη τι χρειάζεται, χωρίς ποτέ να έχεις περπατήσει στα παπούτσια του. Είναι η αίσθηση ασυλίας που δίνει μια ζωή χωρίς πραγματική επαφή με τις συνέπειες των αποφάσεών σου.
Δεν χρειάζεται κανείς να είναι φτωχός για να κυβερνήσει καλά. Αλλά χρειάζεται να έχει μια ειλικρινή, συνεχή σχέση με την πραγματικότητα των πολλών —όχι περιστασιακές φωτογραφικές επισκέψεις σε λαϊκές αγορές, αλλά πραγματική, καθημερινή τριβή με τα προβλήματα που νομοθετεί.
Τι θα άλλαζε
Ένας πολιτικός που παίρνει το μετρό θα ένιωθε στο πετσί του τι σημαίνει καθυστέρηση, συνωστισμός, ανεπαρκής συχνότητα δρομολογίων. Ένας πολιτικός που κάνει τα ψώνια του θα σκεφτόταν δύο φορές πριν πει ότι «η κατάσταση βελτιώνεται» βλέποντας την απόδειξη να μεγαλώνει κάθε μήνα. Δεν είναι ρομαντισμός αυτό· είναι απλή λογική. Η εμπειρία διαμορφώνει την ενσυναίσθηση, και η ενσυναίσθηση διαμορφώνει καλύτερη πολιτική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η λύση είναι η επίδειξη —η σκηνοθετημένη επίσκεψη σε σουπερμάρκετ μπροστά σε κάμερες δεν αλλάζει τίποτα, το αντίθετο μάλιστα, αναδεικνύει ακόμα πιο έντονα το χάσμα. Η λύση είναι βαθύτερη: θεσμοί που φέρνουν πιο κοντά την εξουσία στην κοινωνία, μεγαλύτερη διαφάνεια στο πώς λαμβάνονται αποφάσεις, και πολιτικό προσωπικό που δεν προέρχεται αποκλειστικά από κλειστούς κύκλους.
Το ζητούμενο
Δεν ζητάμε πολιτικούς-ήρωες που θα λύσουν μαγικά την ακρίβεια. Ζητάμε πολιτικούς που, όταν μιλούν για αυτήν, να μη μοιάζουν σαν να περιγράφουν μια χώρα που δεν γνωρίζουν. Η δημοκρατία λειτουργεί καλύτερα όταν όσοι αποφασίζουν μοιράζονται, έστω και εν μέρει, τη μοίρα όσων επηρεάζονται από τις αποφάσεις τους.
Μέχρι τότε, η απόσταση θα συνεχίσει να μετριέται όχι σε χιλιόμετρα, αλλά σε αδιαφορία.

