Η Ουάσιγκτον υπόσχεται φθηνότερα καύσιμα μέσω εισαγωγών ρωσικού ντίζελ. Οι αναλυτές βλέπουν πολιτική κίνηση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και το Κίεβο μιλά για χρηματοδότηση του πολέμου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ενεργειακή συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, βάσει της οποίας προβλέπεται να διοχετευθούν σταδιακά στην αγορά των ΗΠΑ εκατομμύρια τόνοι ρωσικού ντίζελ. Οι ανακοινωμένες ποσότητες θα μπορούσαν να φτάσουν συνολικά περίπου τους 4,8 εκατ. τόνους, χωρίς ωστόσο να είναι εξασφαλισμένη η παράδοση ολόκληρης της ποσότητας. Ο Αμερικανός πρόεδρος προσδοκά αποκλιμάκωση των τιμών, όμως οι αναλυτές αμφιβάλλουν για το μέγεθος και την ταχύτητα της επίδρασης, ενώ η Ουκρανία αντιδρά έντονα.
Μια συμφωνία με προϊστορία
Η κίνηση δεν ήρθε ξαφνικά. Ήδη στα μέσα Σεπτεμβρίου, κατά την επίσκεψή του στην Ιρλανδία, ο Τραμπ είχε ασκήσει πίεση στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ζητώντας του να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, καθώς οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν σοβαρές αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία στις 20 Σεπτεμβρίου επανήλθε στο ίδιο αίτημα και, σύμφωνα με πηγή που επικαλέστηκε το Axios, η λέξη «ντίζελ» ακούστηκε πολλές φορές. Σε νεότερο ρεπορτάζ του ίδιου μέσου, Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι ο Τραμπ προχώρησε στη συμφωνία με τη Μόσχα αφού το Κίεβο αγνόησε επανειλημμένα τις αμερικανικές εκκλήσεις για περιορισμό των επιθέσεων σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Πίσω από την πίεση βρίσκεται η εκτίναξη των τιμών. Σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Αυτοκινήτου (AAA), η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ έφτασε σε ιστορικό υψηλό περίπου 6,52 δολαρίων ανά γαλόνι στις 22 Σεπτεμβρίου 2026.
Γιατί οι αναλυτές δεν πείθονται
Το πρώτο ερώτημα αφορά το μέγεθος. Οι προβλεπόμενες ποσότητες ρωσικού ντίζελ θα μπορούσαν να φτάσουν συνολικά περίπου τους 4,8 εκατ. τόνους, δηλαδή περίπου 35–36 εκατ. βαρέλια, ανάλογα με την πυκνότητα του καυσίμου. Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί σε λίγες ημέρες αμερικανικής κατανάλωσης ντίζελ. Επιπλέον, οι παραδόσεις προβλέπεται να γίνουν σταδιακά και η τελική ποσότητα εξαρτάται από τις δυνατότητες της ρωσικής παραγωγής και τις συνθήκες της αγοράς.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τις αιτίες της κρίσης. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει επισημάνει τις επιπτώσεις των περιορισμών στις αποστολές μέσω του Στενού του Ορμούζ, καθώς και τις ζημιές σε ρωσικά διυλιστήρια. Οι διαταραχές στην ενεργειακή τροφοδοσία λόγω του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν έχουν επηρεάσει σημαντικά την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου και προϊόντων διύλισης.
Η Ρωσία συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους εξαγωγείς ντίζελ παγκοσμίως, αλλά η δυνατότητά της να αυξήσει γρήγορα τις εξαγωγές εξαρτάται από τη λειτουργία των διυλιστηρίων της και τις υπόλοιπες δεσμεύσεις της.
Το τρίτο ερώτημα αφορά την ίδια τη ρωσική παραγωγή. Το Reuters είχε αναφέρει τον Σεπτέμβριο ότι έξι μεγάλα ρωσικά διυλιστήρια, τα οποία αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος της παραγωγής ντίζελ της χώρας, είχαν μειώσει τη δραστηριότητά τους. Παράλληλα, η Μόσχα είχε αναστείλει τις εξαγωγές ντίζελ τον Ιούλιο. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν αβεβαιότητα για το πόσο γρήγορα μπορεί να εξασφαλιστεί η πρόσθετη ποσότητα που προβλέπει η συμφωνία.
Η αντίδραση των αγορών ήταν αρχικά θετική: τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ντίζελ υποχώρησαν περίπου 5% μετά την ανακοίνωση. Ωστόσο, η πτώση των χρηματιστηριακών τιμών δεν συνεπάγεται αυτόματα αντίστοιχη μείωση στις τιμές λιανικής, οι οποίες επηρεάζονται και από το κόστος μεταφοράς, τη διύλιση, τη διανομή και τη φορολογία.
Ο εκλογικός παράγοντας
Αναλυτές εκτιμούν ότι ο Τραμπ, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, έχει ισχυρό πολιτικό κίνητρο να περιορίσει τις τιμές των καυσίμων. Η ακρίβεια στην αντλία αποτελεί σημαντικό ζήτημα για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους και μπορεί να επηρεάσει την εκλογική επίδοση του κυβερνώντος κόμματος.
Το Al Jazeera επισημαίνει και μια αντίφαση στην αμερικανική πολιτική: το Κογκρέσο έχει ενισχύσει τα εργαλεία για την επιβολή κυρώσεων στις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας και δασμών σε αγοραστές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων, την ώρα που η κυβέρνηση επιδιώκει να επιτρέψει συγκεκριμένες εισαγωγές.
Η αμερικανική εξαίρεση αφορά συγκεκριμένα φορτία και έχει προσωρινό χαρακτήρα. Δεν συνιστά γενική και οριστική άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η οργή του Κιέβου
Ο Ζελένσκι χαρακτήρισε τη συμφωνία «επένδυση στον πόλεμο». Η θέση της Ουκρανίας είναι ότι τα πλήγματα σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις αποσκοπούν στην αποδυνάμωση μιας βασικής πηγής χρηματοδότησης της ρωσικής πολεμικής μηχανής.
Η αποκατάσταση ή η ενίσχυση των ρωσικών εξαγωγών καυσίμων θα μπορούσε να αυξήσει τα έσοδα της Μόσχας, εφόσον οι παραδόσεις πραγματοποιηθούν στις προβλεπόμενες ποσότητες. Παράλληλα, μια ενδεχόμενη παύση των ουκρανικών επιθέσεων θα μπορούσε να περιορίσει τις ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν η συμφωνία θα οδηγήσει σε ουσιαστικά φθηνότερο ντίζελ για τους Αμερικανούς καταναλωτές ή αν θα προσφέρει κυρίως προσωρινή ανακούφιση στις αγορές, όσο οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές μέσω του Στενού του Ορμούζ εξακολουθούν να επηρεάζουν την παγκόσμια προσφορά.

