Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει πώς το πνευμονογαστρικό νεύρο συνδέει αυτό που τρώμε με το τι θυμόμαστε
Όταν ο Μαρσέλ Προυστ έγραφε για τη γεύση ενός κέικ μαντλέν που ξύπνησε μέσα του ολόκληρη την παιδική του ηλικία, μάλλον δεν φανταζόταν πόσο κυριολεκτικά περιέγραφε μια βιολογική διαδικασία. Μια νέα επιστημονική εργασία από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια (USC), που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Communications, δείχνει ότι το στομάχι μας μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία δημιουργίας αναμνήσεων — ιδίως όσων σχετίζονται με το φαγητό.
Ο εγκέφαλος δεν δουλεύει μόνος του
Συνήθως θεωρούμε τη μνήμη αποκλειστική «δουλειά» του εγκεφάλου. Η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Scott Kanoski υποστηρίζει κάτι διαφορετικό: ότι το πεπτικό σύστημα στέλνει σήματα μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου —του μεγαλύτερου νεύρου του σώματος και βασικού καναλιού επικοινωνίας ανάμεσα σε έντερο και εγκέφαλο— τα οποία ενισχύουν άμεσα τη λειτουργία του ιππόκαμπου, της περιοχής του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνη για τη μνήμη και τη μάθηση.
Στα πειράματα με αρουραίους, όταν τα ζώα κατανάλωναν θρεπτικές τροφές, καταγράφηκε αυξημένη απελευθέρωση ακετυλοχολίνης σε νευρώνες που συνδέονται με τον ιππόκαμπο. Η ακετυλοχολίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής γνωστός για τον ρόλο του στην ενσωμάτωση νέων εμπειριών στη μνήμη. Αντίθετα, όταν τα ζώα έπιναν γλυκά ροφήματα χωρίς ουσιαστική θρεπτική αξία, η ενίσχυση αυτή δεν εμφανιζόταν — μια ένδειξη ότι δεν μετράει απλώς η γεύση, αλλά το πραγματικό θρεπτικό περιεχόμενο της τροφής.
Όταν κόβεται η γραμμή επικοινωνίας
Το πιο πειστικό εύρημα προήλθε από τα πειράματα παρέμβασης: όταν οι ερευνητές διέκοψαν τεχνητά τη λειτουργία του πνευμονογαστρικού νεύρου, η αύξηση της ακετυλοχολίνης εξαφανίστηκε εντελώς. Τα ζώα αυτά έδειξαν εμφανώς χειρότερη επίδοση σε δοκιμασίες μνήμης που απαιτούσαν να θυμηθούν πού είχαν βρει τροφή προηγουμένως. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι η γραμμή έντερο-εγκέφαλος δεν είναι απλώς συνοδευτική, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκεκριμένη μορφή μνήμης.
Το τίμημα της «κακής» διατροφής
Ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας διατροφής πλούσιας σε λιπαρά και ζάχαρη. Τα ζώα που ακολούθησαν τέτοιο διατροφικό μοτίβο για μεγάλο διάστημα εμφάνισαν εξασθενημένο κύκλωμα έντερου-εγκεφάλου, με μειωμένη ευαισθησία του νεύρου και πιο αδύναμη σύνδεση με τον ιππόκαμπο. Το ανησυχητικό είναι πως, σύμφωνα με τα ευρήματα, η επιστροφή σε πιο υγιεινή διατροφή αργότερα δεν φαίνεται να αναστρέφει πλήρως τη ζημιά — υπονοώντας πιθανή μόνιμη επίδραση, ιδιαίτερα όταν η έκθεση σε ανθυγιεινές τροφές συμβαίνει σε πρώιμη ηλικία.
Τι σημαίνει αυτό για τον άνθρωπο
Η μελέτη έγινε σε αρουραίους, οπότε απαιτείται προσοχή πριν μεταφερθούν τα συμπεράσματα άμεσα στον άνθρωπο. Ωστόσο, το εύρημα εντάσσεται σε ένα ταχέως αναπτυσσόμενο πεδίο έρευνας γύρω από τον λεγόμενο «άξονα εντέρου-εγκεφάλου», που έχει ήδη συνδεθεί με τη ρύθμιση της διάθεσης, του άγχους και της γνωστικής λειτουργίας γενικότερα.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι το εύρημα ανοίγει το ενδεχόμενο για νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις: τεχνικές διέγερσης του πνευμονογαστρικού νεύρου —ήδη εγκεκριμένες για άλλες παθήσεις όπως η επιληψία και η ανθεκτική κατάθλιψη— θα μπορούσαν ενδεχομένως να αξιοποιηθούν για την ενίσχυση της μνήμης σε καταστάσεις γνωστικής έκπτωσης, όπως στη γήρανση ή στη νόσο Αλτσχάιμερ. Ήδη υπάρχουν σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές προς αυτή την κατεύθυνση, αν και βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο.
Το συμπέρασμα
Η έρευνα προσθέτει ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ που δείχνει πόσο στενά συνδεδεμένοι είναι το σώμα και ο νους μας. Το τι τρώμε, φαίνεται, δεν επηρεάζει μόνο το πώς νιώθουμε σωματικά, αλλά ενδεχομένως και το πόσο καλά θα θυμόμαστε τις στιγμές γύρω από αυτό το γεύμα.

