#image_title

Νέα μελέτη-«κλειδί»: Γιατί εκτοξεύτηκαν οι διαγνώσεις ADHD και αυτισμού – Η απάντηση δεν είναι αυτή που νομίζαμε

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

24 Σεπτεμβρίου 2026

Μια από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν διεξαχθεί ποτέ για τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητα (ADHD) και τη Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) ρίχνει νέο φως στο γιατί οι διαγνώσεις έχουν αυξηθεί τόσο εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό JAMA Psychiatry, πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Άαρχους και του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Υγείας της Βαρκελώνης (ISGlobal), κέντρου που στηρίζεται από το Ίδρυμα «la Caixa».

Τι εξέτασε η μελέτη

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από περισσότερα από 2,1 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους στη Δανία, συγκρίνοντας πάνω από 71.000 άτομα που έλαβαν διάγνωση ADHD ή αυτισμού μεταξύ 2012 και 2022 με περισσότερα από 713.000 συνομήλικά τους χωρίς καμία από τις δύο διαγνώσεις. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν το «προφίλ» των παιδιών που λαμβάνουν σήμερα διάγνωση διαφέρει από εκείνο των παιδιών που διαγιγνώσκονταν μία δεκαετία νωρίτερα.

Το βασικό εύρημα: Τα παιδιά με διάγνωση «μοιάζουν» όλο και περισσότερο με τον γενικό πληθυσμό

Παλαιότερες έρευνες είχαν συνδέσει τις διαγνώσεις ADHD και αυτισμού με συγκεκριμένους παράγοντες, όπως πρόωρος τοκετός, χαμηλό βάρος γέννησης, χαμηλότερη μόρφωση ή εισόδημα των γονέων, οικογενειακό ιστορικό ψυχιατρικών διαταραχών, καθώς και αυξημένη χρήση υπηρεσιών υγείας πριν από τη διάγνωση. Η νέα μελέτη διαπίστωσε ότι αυτοί οι παράγοντες εξακολουθούν να συνδέονται με τις διαγνώσεις, όμως η σύνδεση αυτή εξασθενεί σταδιακά με την πάροδο του χρόνου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: στην αρχή της δεκαετίας που εξετάστηκε, τα παιδιά που γεννήθηκαν με χαμηλό βάρος γέννησης είχαν 54% περισσότερες πιθανότητες να λάβουν αργότερα διάγνωση ADHD ή αυτισμού σε σχέση με παιδιά φυσιολογικού βάρους. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί στο 17%. Παρόμοια «συρρίκνωση» της διαφοράς παρατηρήθηκε και για τον πρόωρο τοκετό, καθώς και για διάφορους δείκτες κοινωνικοοικονομικής δυσχέρειας.

«Δεν σημαίνει υπερδιάγνωση»

Ο επικεφαλής ερευνητής της μελέτης, Oleguer Plana-Ripoll, ερευνητής του ISGlobal και του Πανεπιστημίου του Άαρχους, ξεκαθαρίζει ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν υπερδιάγνωση ούτε ότι οι διαταραχές αυτές έχουν γίνει «ηπιότερες». Αντίθετα, δείχνουν ότι ο πληθυσμός που λαμβάνει τις διαγνώσεις έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου – κάτι που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία των σύγχρονων τάσεων. Ο ίδιος σημείωσε ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα σε άλλες χώρες για να διαπιστωθεί αν τα ευρήματα αυτά ισχύουν και αλλού.

Ο Magnus Elias Tarp, υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Άαρχους και πρώτος συγγραφέας της μελέτης, εξήγησε με απλά λόγια το βασικό μήνυμα: «Δεν σημαίνει ότι αυτοί οι παράγοντες κινδύνου δεν έχουν πλέον σημασία. Αυτό που βρήκαμε είναι ότι τα άτομα που διαγιγνώσκονται τα τελευταία χρόνια μοιάζουν περισσότερο με τον γενικό πληθυσμό σε σχέση με όσους έλαβαν την ίδια διάγνωση μία δεκαετία νωρίτερα».

Ποιοι παράγοντες μπορεί να εξηγούν την αύξηση

Οι ερευνητές προτείνουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις για αυτή τη μεταβολή:

  • Μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού και των ειδικών γύρω από το ADHD και τον αυτισμό
  • Καλύτερος εντοπισμός περιστατικών από τις υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης
  • Ευρύτερη πρόσβαση σε διαγνωστικές αξιολογήσεις
  • Πιθανή μετατόπιση του «ορίου» διάγνωσης — δηλαδή του σημείου στο οποίο κρίνεται ότι ορισμένα χαρακτηριστικά επηρεάζουν αρκετά την καθημερινότητα ώστε να δικαιολογείται κλινική διάγνωση

Η μελέτη δεν μπόρεσε να προσδιορίσει πόσο βαρύνει ο καθένας από αυτούς τους παράγοντες, κάτι που σημαίνει ότι η αύξηση των διαγνώσεων δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως απόδειξη ότι οι ίδιες οι διαταραχές εμφανίζονται πιο συχνά.

Γιατί έχει σημασία αυτό το εύρημα

Οι ερευνητές τονίζουν ότι οι αλλαγές αυτές έχουν πρακτικές συνέπειες για τον σχεδιασμό υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής στήριξης, καθώς και για την ερμηνεία στατιστικών σχετικά με το πόσο συχνά εμφανίζονται το ADHD και ο αυτισμός. Μπορεί μάλιστα να εξηγούν εν μέρει και γιατί ορισμένες πρόσφατες μελέτες έχουν καταγράψει καλύτερη έκβαση για άτομα με αυτές τις διαγνώσεις — μια βελτίωση που ενδέχεται να οφείλεται εν μέρει στην αλλαγή του πληθυσμού που μελετάται, και όχι απαραίτητα σε πραγματική βελτίωση της πορείας των ίδιων των διαταραχών.