Αναφερόμενος στις δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης ξεκαθάρισε ότι η αντιμετώπιση του ρουσφετιού δεν μπορεί να επιτευχθεί με απλές εξαγγελίες, αλλά απαιτεί ουσιαστικές και στοχευμένες παρεμβάσεις. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «μακάρι να μπορούσε να χτυπηθεί κάτι που συμβαίνει εδώ και δεκαετίες με ένα διάγγελμα», διαχωρίζοντας ωστόσο το παράνομο ρουσφέτι από τη θεμιτή παρέμβαση ενός βουλευτή για τη μεταφορά ενός δίκαιου αιτήματος πολίτη.
Ο ίδιος τόνισε ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε αιτήματα που κινούνται «κατά παρέκκλιση ή εκτός νομικού πλαισίου», υπογραμμίζοντας ότι αυτά είναι που πρέπει να εξαλειφθούν μέσω θεσμικών αλλαγών.
Ως βασικό «αντίδοτο» σε τέτοιες πρακτικές, ανέδειξε την ενίσχυση του ψηφιακού κράτους και τις μεταρρυθμίσεις που –όπως είπε– περιορίζουν δραστικά τα περιθώρια αυθαίρετων παρεμβάσεων. Μεταξύ αυτών ανέφερε την ψηφιοποίηση διαδικασιών, την ενίσχυση του ΕΣΥ με αύξηση των ΜΕΘ, αλλά και τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Όπως τόνισε, πλέον «δεν μπορεί κανείς να πάρει τηλέφωνο και να ζητήσει να πληρώσει λιγότερο φόρο», ενώ αντίστοιχη λογική θα ισχύσει και για τις αγροτικές επιδοτήσεις.
Παράλληλα, αναγνώρισε τη δυσαρέσκεια που επικρατεί τόσο στους πολίτες όσο και στον πολιτικό κόσμο, σημειώνοντας ότι αρκετοί βουλευτές «έχουν κρεμαστεί στα μανταλάκια», ενώ σε αρκετές περιπτώσεις –όπως είπε– τα πραγματικά δεδομένα διαφέρουν από την αρχική εικόνα. Την ίδια στιγμή, τόνισε ότι η κοινωνία εκφράζει έντονη αγανάκτηση, με πολλούς πολίτες να αναρωτιούνται «πόσο πια θα πρέπει να έχουν μέσον για να πετύχουν κάτι».
«Υπάρχουν δύο αλήθειες που πρέπει να δούμε ταυτόχρονα», ανέφερε, εξηγώντας ότι από τη μία δεν πρέπει να στοχοποιούνται συλλήβδην πολιτικοί και από την άλλη η κοινωνία απαιτεί ουσιαστικές αλλαγές και όχι απλές διακηρύξεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ταχύτερης εξέτασης υποθέσεων, ειδικά όταν αφορούν δημόσια πρόσωπα. Όπως ανέφερε, λόγω της πενταετούς παραγραφής για πλημμελήματα, μέχρι το τέλος του καλοκαιριού θα πρέπει να έχει ξεκαθαρίσει αν θα ασκηθούν διώξεις για υποθέσεις του 2021. «Η Δικαιοσύνη πρέπει να κινηθεί όχι βιαστικά αλλά αποτελεσματικά, ώστε ο κόσμος να πάρει απαντήσεις», σημείωσε, επιμένοντας ταυτόχρονα στον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας.
Σε ερώτηση για πιθανές παρεμβάσεις προς τη Δικαιοσύνη ή την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ξεκαθάρισε ότι «η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να παρεμβαίνει», μπορεί όμως να θέτει εύλογα αιτήματα, όπως η αποφυγή καθυστερήσεων και διαρροών που δημιουργούν στρεβλή εικόνα στην κοινή γνώμη.
Στο πλαίσιο της συνέντευξης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε και στην πρόταση του πρωθυπουργού για το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για μια συζήτηση που μόλις ξεκινά. Όπως είπε, το θέμα θα τεθεί στο συνέδριο της Νέα Δημοκρατία τον Μάιο και συνδέεται με τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης.
Εξηγώντας το προτεινόμενο μοντέλο, ανέφερε ότι όταν ένας βουλευτής αναλαμβάνει υπουργικά καθήκοντα, η κοινοβουλευτική του ιδιότητα θα τίθεται σε αναστολή και τη θέση του θα καταλαμβάνει επιλαχών, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης εκπροσώπηση της εκλογικής περιφέρειας.
Ξεκαθάρισε ωστόσο ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν σχετίζεται άμεσα με την καταπολέμηση του ρουσφετιού, σημειώνοντας ότι τέτοια φαινόμενα αντιμετωπίζονται κυρίως μέσω θεσμικών αλλαγών και ψηφιακών μεταρρυθμίσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε και την ιδέα μείωσης του αριθμού των βουλευτών, επισημαίνοντας ότι το Σύνταγμα επιτρέπει εύρος από 200 έως 300 έδρες, κάτι που θα μπορούσε να λειτουργήσει εξισορροπητικά εφόσον προχωρήσει το νέο μοντέλο.
Αναφερόμενος στο εκλογικό σύστημα, εξέφρασε επιφυλάξεις για σενάρια όπως το «γερμανικό μοντέλο» ή η κατάργηση του σταυρού προτίμησης, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «θεωρώ τον σταυρό ιερό», καθώς –όπως είπε– δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να επιλέγουν άμεσα τους εκπροσώπους τους.
Παράλληλα, δήλωσε υπέρ της ενισχυμένης αναλογικής, επισημαίνοντας ότι το πρώτο κόμμα πρέπει να έχει τη δυνατότητα διακυβέρνησης, ενώ υπογράμμισε τη σημασία της άμεσης επαφής των πολιτικών με την κοινωνία.
Σχετικά με τη διάρκεια της πολιτικής παρουσίας, εμφανίστηκε επιφυλακτικός σε μια οριζόντια θέσπιση ορίων θητειών, αφήνοντας ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο εσωκομματικών ρυθμίσεων και εκφράζοντας την άποψη ότι η παραμονή στη Βουλή δεν θα πρέπει να είναι απεριόριστη.
Απαντώντας σε κριτική του Ευάγγελος Βενιζέλος, υπερασπίστηκε το μοντέλο του επιτελικού κράτους, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μηχανισμό συντονισμού που έχει συμβάλει στη διαχείριση κρίσεων, αν και –όπως παραδέχθηκε– έχουν υπάρξει και αστοχίες, όπως στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Σε πολιτικό επίπεδο, άσκησε κριτική στον Αλέξης Τσίπρας, κατηγορώντας τον για αντιφατικές θέσεις, ενώ αναφέρθηκε και στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με αιχμές για τις επιλογές εκείνης της περιόδου.
Τέλος, μιλώντας για την οικονομία, αναγνώρισε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, τονίζοντας ότι τα μέτρα στήριξης δεν επαρκούν πλήρως, ενώ υπογράμμισε ότι νέες παρεμβάσεις θα εξεταστούν με βάση τις αντοχές της οικονομίας. Όπως είπε, η ενίσχυση της κοινωνίας πρέπει να βασίζεται στην ανάπτυξη, τη μείωση της φοροδιαφυγής και την αύξηση της απασχόλησης, και όχι στον δανεισμό.
Κλείνοντας, σημείωσε ότι η χώρα έχει σημειώσει πρόοδο τα τελευταία χρόνια, παρά τις διαδοχικές κρίσεις, επισημαίνοντας τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας και τη βελτίωση βασικών οικονομικών δεικτών, ενώ επανέλαβε ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν το 2027, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί.


