Μια σημαντική πολιτική ανατροπή στην Ανατολική Λιβύη διαμορφώνει νέα δεδομένα για την Ελλάδα, καθώς η Βουλή των Αντιπροσώπων, που εδρεύει στο Τομπρούκ, ενέκρινε στις 20 Οκτωβρίου 2026 το τουρκολιβυκό μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης του 2019. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχεται από το πολιτικό στρατόπεδο του Χαλίφα Χαφτάρ, το οποίο επί χρόνια δεν είχε προχωρήσει στην έγκριση της συμφωνίας με την Τουρκία.
Η εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς μια κοινοβουλευτική απόφαση. Συνδέεται με τις αλλαγές στους εσωτερικούς συσχετισμούς της Ανατολικής Λιβύης, την ενίσχυση της επιρροής της οικογένειας Χαφτάρ και τη συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να αναπτύξει σχέσεις και με τις δύο πλευρές της διαιρεμένης χώρας.
Η αλλαγή στην ηγεσία της Βουλής
Καθοριστικό ρόλο στη νέα πολιτική πραγματικότητα είχε η απομάκρυνση του επί σειρά ετών προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, Αγκίλα Σάλεχ. Στις 5 Οκτωβρίου 2026 εγκρίθηκε η αλλαγή του κανονισμού που επέτρεψε την αντικατάστασή του, ενώ στις 6 Οκτωβρίου εξελέγη νέος πρόεδρος ο Αλ-Σαλχίν Αμπντελναμπί αλ-Ομπέιντι.
Ο νέος πρόεδρος είχε προηγουμένως διατελέσει επικεφαλής της κοινοβουλευτικής επιτροπής φιλίας Λιβύης–Τουρκίας, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην πολιτική μεταβολή. Η αλλαγή στην ηγεσία της Βουλής συνέβαλε στη διαμόρφωση των συνθηκών για την έγκριση του μνημονίου, σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα.
Η απομάκρυνση του Σάλεχ θεωρείται επίσης σημαντική για τις περιφερειακές ισορροπίες, καθώς ο ίδιος είχε διατηρήσει στενές σχέσεις με την Αίγυπτο, ενώ η νέα ηγεσία εμφανίζεται να έχει διαφορετικό προσανατολισμό στις σχέσεις με την Τουρκία.
Ο ρόλος του Σαντάμ Χαφτάρ και η ενίσχυση της επιρροής του
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται και ο Σαντάμ Χαφτάρ, γιος του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και αναπληρωτής γενικός διοικητής των δυνάμεων της Ανατολικής Λιβύης. Τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει αυξημένη παρουσία τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο πολιτικό πεδίο, αναδεικνυόμενος σε σημαντικό παράγοντα για τις μελλοντικές εξελίξεις στην περιοχή.
Αναλύσεις του Atlantic Council συνδέουν την πολιτική αναδιάταξη στη Βουλή με την αυξανόμενη επιρροή του Σαντάμ Χαφτάρ και εκτιμούν ότι η νέα κατάσταση μπορεί να εξυπηρετεί και τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Πρόκειται, ωστόσο, για αναλυτική εκτίμηση και όχι για αποδεδειγμένο γεγονός ότι ο ίδιος οργάνωσε ή επέβαλε την απομάκρυνση του Αγκίλα Σάλεχ.
Η σημασία του Σαντάμ Χαφτάρ γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι η Τουρκία έχει εντείνει τις επαφές της μαζί του, παρά το γεγονός ότι κατά τον πόλεμο του 2019-2020 είχε υποστηρίξει στρατιωτικά την κυβέρνηση της Τρίπολης απέναντι στις δυνάμεις του πατέρα του.
Η τουρκική διπλωματική προσέγγιση και προς τις δύο πλευρές
Η Άγκυρα έχει μεταβάλει σταδιακά τη στρατηγική της στη Λιβύη, επιδιώκοντας να διατηρήσει την επιρροή της στην Τρίπολη και ταυτόχρονα να οικοδομήσει σχέσεις με το στρατόπεδο της Ανατολικής Λιβύης.
Οι επαφές αυτές έχουν ενταθεί μέσα στο 2026. Τον Μάιο, ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ συναντήθηκε με τον Σαντάμ Χαφτάρ, ενώ στις 23 Ιουνίου ο επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών, Ιμπραχίμ Καλίν, είχε επίσης συνάντηση μαζί του στη Βεγγάζη.
Ακολούθησε η επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν στη Λιβύη τον Αύγουστο, κατά την οποία πραγματοποίησε επαφές τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη. Στις συναντήσεις του περιλαμβάνονταν εκπρόσωποι της δυτικής λιβυκής πλευράς, αλλά και ο Χαλίφα και ο Σαντάμ Χαφτάρ, καθώς και ο Αγκίλα Σάλεχ.
Η προσέγγιση αυτή δείχνει ότι η Τουρκία επιδιώκει να μην περιορίζεται πλέον στις σχέσεις της με την κυβέρνηση της Τρίπολης, αλλά να αποκτήσει ευρύτερη πολιτική και στρατιωτική παρουσία στη χώρα.
Η έγκριση του μνημονίου και η ελληνική αντίδραση
Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 20 Οκτωβρίου να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 συνιστά σημαντική πολιτική εξέλιξη για την Άγκυρα. Η συμφωνία είχε υπογραφεί αρχικά μεταξύ της Τουρκίας και της τότε διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης, αλλά η έγκρισή της από την Ανατολική Λιβύη παρέμενε για χρόνια σε εκκρεμότητα.
Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε άμεσα, απορρίπτοντας την απόφαση και επαναλαμβάνοντας ότι το μνημόνιο είναι παράνομο και άκυρο, καθώς, σύμφωνα με την ελληνική θέση, παραβιάζει τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών και δεν στηρίζεται στους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Η Αθήνα επισημαίνει ότι η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να δικαιολογούν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση και ότι η συμφωνία δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα σε βάρος τρίτων κρατών. Η θέση αυτή αποτελεί τη σταθερή ελληνική διπλωματική γραμμή απέναντι στο μνημόνιο.
Στις 26 Οκτωβρίου, μάλιστα, Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησαν σε κοινή δήλωση στον ΟΗΕ, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στο μνημόνιο και χαρακτηρίζοντάς το ασύμβατο με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Τη δήλωση παρουσίασε εκ μέρους των έξι πλευρών ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης.
Η Αίγυπτος και οι νέες περιφερειακές ισορροπίες
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στάση της Αιγύπτου. Το Κάιρο διατηρεί παραδοσιακά στενές σχέσεις με το στρατόπεδο της Ανατολικής Λιβύης, ενώ έχει και δικές του θαλάσσιες διεκδικήσεις και συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παρά την προσπάθεια της Τουρκίας να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Αίγυπτο και να προωθήσει ενδεχόμενη θαλάσσια συμφωνία μαζί της, το Κάιρο συμμετείχε στην κοινή δήλωση της 26ης Οκτωβρίου κατά του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Παράλληλα, η Ελλάδα και η Αίγυπτος έχουν ήδη συμφωνήσει από το 2020 σε μερική οριοθέτηση ΑΟΖ, ενώ στις 22 Οκτωβρίου ο Γιώργος Γεραπετρίτης αναφέρθηκε στις συζητήσεις για επέκταση της συμφωνίας προς ανατολάς, στην κατεύθυνση της Κύπρου.
Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι η αντιπαράθεση γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα ανταγωνισμών και διπλωματικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ένα νέο δεδομένο για την ελληνική διπλωματία
Η έγκριση του μνημονίου από την Ανατολική Λιβύη αποτελεί σαφώς δυσμενή πολιτική εξέλιξη για την Ελλάδα, καθώς η Τουρκία εξασφαλίζει πλέον υποστήριξη και από ένα πολιτικό κέντρο που επί χρόνια δεν είχε εγκρίνει τη συμφωνία.
Δεν μεταβάλλει, ωστόσο, αυτομάτως το νομικό καθεστώς των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων ούτε συνιστά διεθνή δικαστική αναγνώριση της συμφωνίας. Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η τουρκική προσέγγιση προς την Ανατολική Λιβύη θα αποκτήσει και πρακτικό αντίκρισμα ή εάν θα παραμείνει κυρίως μια διπλωματική και πολιτική επιτυχία της Άγκυρας.
Για την Αθήνα, το νέο δεδομένο είναι ότι η διαχείριση του λιβυκού ζητήματος γίνεται πλέον πιο σύνθετη. Η Ελλάδα καλείται να διατηρήσει τις σχέσεις της με τις διαφορετικές πλευρές της Λιβύης, να ενισχύσει τις περιφερειακές συμμαχίες της και να επιμείνει στη θέση της για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

