Το ντους μετά από ένα ταξίδι, μια βρύση που έμεινε αχρησιμοποίητη για καιρό, το υδρομασάζ ενός ξενοδοχείου: όλα αυτά είναι καθημερινά σημεία όπου μπορεί να βρεθεί η Legionella. Το βακτήριο δεν είναι εξωτικό. Σύμφωνα με το αμερικανικό CDC, ζει φυσικά στα γλυκά νερά, όπως λίμνες και ρυάκια, και σε αυτές τις ποσότητες συνήθως δεν προκαλεί νόσο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν εγκατασταθεί και πολλαπλασιαστεί στα υδραυλικά συστήματα κτιρίων.
Πώς κολλάει κανείς
Ο συνηθέστερος τρόπος, κατά το CDC, είναι η εισπνοή νέφους: το νερό με Legionella μπορεί να διασκορπιστεί σε σταγονίδια αρκετά μικρά για να εισπνευστούν. Λιγότερο συχνά, η μόλυνση γίνεται με «εισρόφηση», όταν δηλαδή νερό περάσει κατά λάθος στους πνεύμονες, κάτι που αφορά κυρίως άτομα με δυσκολία στην κατάποση. Οι συσκευές που παράγουν νέφος και συνδέονται με κρούσματα είναι οι κεφαλές ντους και οι βρύσες, τα υδρομασάζ, οι διακοσμητικές πηγές, τα μεγάλα σύνθετα υδραυλικά δίκτυα και οι πύργοι ψύξης. Ο ΠΟΥ αναφέρει επίσης τους πύργους ψύξης των κλιματιστικών, τα συστήματα ζεστού και κρύου νερού, τους υγραντήρες και τις μπανιέρες υδρομασάζ.
Ούτε το CDC ούτε ο ΠΟΥ θεωρούν συνήθη τη μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το CDC γράφει ότι «γενικά» οι άνθρωποι δεν μεταδίδουν τη νόσο, ενώ ο ΠΟΥ αναφέρει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει καταγραφεί άμεση μετάδοση. Τα οικιακά και τα αυτοκινητιστικά κλιματιστικά, επισημαίνει το CDC, δεν ψύχουν με νερό και δεν αποτελούν κίνδυνο.
Πόσο σοβαρή είναι
Η νόσος των Λεγεωναρίων είναι μορφή σοβαρής πνευμονίας. Τα συμπτώματα, σύμφωνα με το CDC, μοιάζουν με άλλες πνευμονίες: βήχας, πυρετός, πονοκέφαλος, μυϊκοί πόνοι και δύσπνοια, ενώ μπορεί να υπάρχουν σύγχυση, διάρροια ή ναυτία. Εμφανίζονται συνήθως 2 έως 14 ημέρες μετά την έκθεση. Ο ΠΟΥ δίνει 2 έως 10 ημέρες, με ανώτερο όριο 16 ημέρες σε ορισμένες εστίες. Περίπου 1 στους 10 ασθενείς πεθαίνει, κατά το CDC, και περίπου 1 στους 4 όταν η μόλυνση αποκτάται σε μονάδα υγείας. Ο ΠΟΥ δίνει θνητότητα 5-10%. Ο πυρετός Pontiac, η ήπια μορφή, είναι αυτοπεριοριζόμενος, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, και δεν σχετίζεται με θανάτους.
Οι περισσότεροι υγιείς που εκτίθενται δεν αρρωσταίνουν. Αυξημένο κίνδυνο έχουν όσοι είναι άνω των 50, καπνιστές ή πρώην καπνιστές, και όσοι πάσχουν από χρόνια πνευμονοπάθεια, διαβήτη, νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια ή έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό. Η αντιμετώπιση γίνεται με αντιβιοτικά.
Τι προτείνει το CDC για το σπίτι
- Αν μια βρύση ή ένα ντους δεν έχει χρησιμοποιηθεί για μία εβδομάδα ή περισσότερο, να τρέξει το κρύο νερό για 2 λεπτά και μετά το ζεστό μέχρι να ζεσταθεί.
- Να καθαρίζονται οι κεφαλές ντους και οι διαχύτες βρύσης όταν φαίνονται επικαθίσεις, ακολουθώντας τις οδηγίες του κατασκευαστή.
- Να διατηρείται το ζεστό νερό ζεστό. Το CDC αναφέρει εύρος 130-140°F (περίπου 54-60°C) για τον θερμοσίφωνα, με προσοχή στον κίνδυνο εγκαύματος. Οι θερμοκρασίες ανάπτυξης του βακτηρίου είναι 25-45°C κατά το CDC και 20-50°C κατά τον ΠΟΥ.
- Οι υγραντήρες και οι συσκευές CPAP να γεμίζουν με αποσταγμένο ή βρασμένο και κρυωμένο νερό και να καθαρίζονται τακτικά.
Ο ΠΟΥ υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει εμβόλιο, ενώ το CDC σημειώνει ότι οι ιδιοκτήτες κτιρίων πρέπει να έχουν πρόγραμμα διαχείρισης του νερού. Αν κάποιος εμφανίσει πυρετό και βήχα μετά από παραμονή σε ξενοδοχείο ή άλλο κτίριο με πιθανή έκθεση, χρειάζεται ιατρική εκτίμηση.
