Μια βόλτα στην παραλία, ένα ταξίδι, ακόμη και μια απλή βραδιά με φίλους -σχεδόν τίποτα δεν φαίνεται πλέον να «μετράει» αν δεν καταγραφεί σε μια προσεκτικά επιλεγμένη φωτογραφία. Η ψυχολογία πίσω από αυτή τη συνήθεια δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται με βαθιά ριζωμένους μηχανισμούς του τρόπου που παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στους άλλους.
Η θεωρία της «παρουσίασης εαυτού»
Η ερμηνεία που χρησιμοποιούν συχνότερα οι κοινωνικοί ψυχολόγοι βασίζεται στη λεγόμενη θεωρία της αυτοπαρουσίασης, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι διαχειρίζονται συνειδητά την εικόνα που δίνουν στους άλλους, ειδικά όταν φοβούνται ότι θα αποτύχουν να ανταποκριθούν σε μια επιθυμητή εικόνα του εαυτού τους. Στην εποχή των social media, όπου η δυνατότητα επεξεργασίας και επιλογής είναι σχεδόν απεριόριστη, αυτή η τάση οξύνεται: το άτομο δεν παρουσιάζει απλώς μια στιγμή, αλλά «σκηνοθετεί» εκ των προτέρων πώς θέλει να τη δει το κοινό του.
Έρευνες Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Ψυχολογίας δείχνουν ότι η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στους νέους, οι οποίοι συχνά αισθάνονται πίεση να παρουσιάζουν μια εξιδανικευμένη εκδοχή του εαυτού τους online, με αποτέλεσμα άγχος όταν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την εικόνα.
Το «παράδοξο της selfie»
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι μια ευρέως αναγνωρισμένη μελέτη που έχει περιγράψει το λεγόμενο «παράδοξο της selfie»: παρότι οι περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν δυσαρέσκεια για τις selfies άλλων -θεωρώντας τες επιδεικτικές ή τεχνητές- συνεχίζουν οι ίδιοι να τραβούν και να δημοσιεύουν τις δικές τους. Σύμφωνα με την έρευνα, η συντριπτική πλειονότητα των συμμετεχόντων (82%) θα προτιμούσε να βλέπει στα social media πιο «κανονικές» φωτογραφίες αντί για επιμελημένες selfies, γεγονός που αναδεικνύει μια βαθιά αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που λέμε ότι θέλουμε και σε αυτό που τελικά κάνουμε.
Η ίδια μελέτη εξηγεί ότι οι άνθρωποι τείνουν να αντιλαμβάνονται τη δική τους συμπεριφορά ως πιο αυθεντική και «αυτοειρωνική» σε σχέση με τις selfies των άλλων, κάτι που τους επιτρέπει να ικανοποιούν την ανάγκη τους για αυτοπαρουσίαση χωρίς να νιώθουν ότι είναι ναρκισσιστές.
Ο ρόλος της κοινωνικής σύγκρισης και του φόβου να μείνουμε εκτός
Νεότερη έρευνα που εξετάζει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς πίσω από την αυτοπαρουσίαση στο διαδίκτυο συνδέει τη συμπεριφορά αυτή στενά με την κοινωνική σύγκριση και με το λεγόμενο FOMO (τον φόβο ότι χάνουμε κάτι σημαντικό που βιώνουν οι άλλοι). Η ανάγκη να δείξουμε ότι περνάμε καλά συχνά δεν αφορά μόνο τη στιγμή αυτή καθαυτή, αλλά και τη σύγκριση με τις εικόνες που βλέπουμε από τη ζωή άλλων ανθρώπων στο newsfeed μας -μια διαρκής, συχνά ασυνείδητη, διαδικασία αξιολόγησης του πόσο «καλά» πάει η δική μας ζωή σε σχέση με των υπολοίπων.
Όταν η τέλεια φωτογραφία γίνεται πηγή άγχους
Το ενδιαφέρον -και συχνά προβληματικό- σημείο είναι ότι η επιδίωξη της τέλειας απόδειξης διασκέδασης μπορεί τελικά να λειτουργήσει αντίστροφα από ό,τι υπόσχεται: αντί να ενισχύει τη στιγμή, τη διακόπτει, καθώς η προσοχή στρέφεται από την ίδια την εμπειρία στο πώς θα φανεί αργότερα στην οθόνη κάποιου άλλου. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η υπερβολική επένδυση στην ψηφιακή εικόνα μπορεί να απειλήσει την αυτοεκτίμηση και να καλλιεργήσει μια αίσθηση ψεύτικου, «εικονικού» κόσμου, ο οποίος δύσκολα ανταποκρίνεται στην πραγματική εμπειρία που ζήσαμε.
Το συμπέρασμα των ειδικών δεν είναι ότι η φωτογραφία είναι κακή καθαυτή, αλλά ότι αξίζει να αναρωτηθούμε, την επόμενη φορά που ψάχνουμε τη «σωστή» γωνία λήψης: τη στιγμή αυτή θέλουμε να τη ζήσουμε, ή θέλουμε απλώς να αποδείξουμε σε κάποιον άλλον ότι τη ζήσαμε;
