#image_title

Η δεύτερη όψη της ακρίβειας: Τι συμβαίνει με τον ΦΠΑ και τα δημόσια έσοδα

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

25 Αυγούστου 2026

Η ακρίβεια στα ράφια και στην αντλία βενζίνης δεν πλήττει μόνο το πορτοφόλι των νοικοκυριών. Όταν αυξάνονται οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών και διατηρούνται σταθεροί οι φορολογικοί συντελεστές, μπορεί να αυξάνονται και οι ονομαστικές εισπράξεις από τον ΦΠΑ. Η σχέση, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλή, καθώς τα φορολογικά έσοδα επηρεάζονται ταυτόχρονα από την κατανάλωση, την οικονομική δραστηριότητα, τη φορολογική συμμόρφωση και τους ελέγχους.

Πώς λειτουργεί ο μηχανισμός

Ο μηχανισμός είναι απλός: όταν αυξάνεται η φορολογητέα αξία ενός προϊόντος, αυξάνεται και το ποσό του ΦΠΑ που του αναλογεί, εφόσον ο συντελεστής παραμένει ίδιος.

Για παράδειγμα, σε καθαρή αξία 100 ευρώ με συντελεστή ΦΠΑ 24%, ο φόρος ανέρχεται σε 24 ευρώ. Αν η καθαρή αξία αυξηθεί στα 120 ευρώ, ο αντίστοιχος ΦΠΑ ανέρχεται στα 28,80 ευρώ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δημόσιο «κερδίζει» από την ακρίβεια με τον ίδιο τρόπο που μια επιχείρηση αυξάνει τα κέρδη της. Πρόκειται για αύξηση των ονομαστικών φορολογικών εισπράξεων, η οποία εξαρτάται και από το αν η κατανάλωση παραμένει στα ίδια επίπεδα ή μεταβάλλεται.

45,2 δισ. ευρώ τα καθαρά έσοδα στο επτάμηνο

Τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026 δείχνουν καθαρά έσοδα 45,207 δισ. ευρώ.

Τα έσοδα από φόρους ανήλθαν αρχικά σε 42,916 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, 306 εκατ. ευρώ από τη Σύμβαση Παραχώρησης της Εγνατίας Οδού και 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση του τιμήματος για την άδεια λειτουργίας καζίνο στο Ελληνικό. Εξαιρουμένων αυτών των δύο ειδικών εισπράξεων, τα φορολογικά έσοδα διαμορφώθηκαν σε 42,475 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 1,112 δισ. ευρώ ή 2,7% έναντι του στόχου.

Την ίδια περίοδο, το πρωτογενές αποτέλεσμα σε τροποποιημένη ταμειακή βάση διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 5,725 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,417 δισ. ευρώ. Το αντίστοιχο πρωτογενές πλεόνασμα το επτάμηνο του 2025 είχε ανέλθει σε 7,939 δισ. ευρώ.

Η εικόνα αυτή δείχνει σημαντική δημοσιονομική υπέρβαση έναντι του στόχου, δεν σημαίνει όμως ότι η διαφορά προέρχεται αποκλειστικά από την ακρίβεια ή τον ΦΠΑ.

Ο ΦΠΑ δεν είναι η μοναδική εξήγηση

Η πορεία των φορολογικών εσόδων επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων. Η αύξηση των τιμών μπορεί να ενισχύσει τον ΦΠΑ όταν η κατανάλωση διατηρείται, αλλά ταυτόχρονα η φορολογική συμμόρφωση, η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η οικονομική δραστηριότητα και οι φορολογικοί έλεγχοι μπορούν επίσης να αυξήσουν τις εισπράξεις.

Παράλληλα, η εικόνα του Ιουλίου επηρεάστηκε σημαντικά από τις εισπράξεις φόρου εισοδήματος και την καταβολή της πρώτης δόσης, γεγονός που δείχνει γιατί δεν είναι ασφαλές να αποδίδεται η συνολική υπέρβαση των φορολογικών εσόδων αποκλειστικά στις αυξήσεις των τιμών.

Με άλλα λόγια, η ακρίβεια μπορεί να αποτελεί έναν από τους παράγοντες που ενισχύουν τα ονομαστικά έσοδα από την κατανάλωση, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της εξήγηση για ολόκληρη την εικόνα των δημοσίων εσόδων.

Καύσιμα: Η βενζίνη πάνω από τα 2 ευρώ

Στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, η πίεση είναι ιδιαίτερα εμφανής στα καύσιμα.

Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης έχει φτάσει περίπου στα 2,02 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης κινείται στα 2,035 ευρώ το λίτρο.

Παράλληλα, στις 31 Αυγούστου ολοκληρώνονται τα σημερινά μέτρα συγκράτησης των τιμών. Για την αμόλυβδη προβλέπεται έκπτωση 10 λεπτών το λίτρο από τα διυλιστήρια, ενώ στο diesel ισχύει συνολική ελάφρυνση περίπου 15 λεπτών μέσω της έκπτωσης των διυλιστηρίων και της κρατικής επιδότησης. Η κυβέρνηση εξετάζει εάν τα μέτρα θα παραταθούν.

Η διεθνής εικόνα της ενέργειας εξακολουθεί να δημιουργεί πιέσεις. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, οι τιμές καυσίμων και λιπαντικών για προσωπικές μεταφορές στην ΕΕ ήταν τον Ιούλιο 16,9% υψηλότερες από έναν χρόνο πριν, ενώ αυξήσεις καταγράφηκαν στις 25 από τις 27 χώρες-μέλη.

Ο πληθωρισμός υποχωρεί, αλλά οι τιμές παραμένουν υψηλές

Παρά την έντονη αίσθηση ακρίβειας, τα τελευταία οριστικά στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε στο 2,7% τον Ιούλιο του 2026, από 3,9% τον Ιούνιο.

Την ίδια περίοδο ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,9% στην ευρωζώνη και στο 3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα βρέθηκε επομένως κάτω από τον μέσο όρο τόσο της ευρωζώνης όσο και της ΕΕ. Η μηνιαία μεταβολή του δείκτη στην Ελλάδα ήταν -1,4%.

Η υποχώρηση του πληθωρισμού, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα επίπεδα προηγούμενων ετών. Ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό μεταβολής των τιμών· όταν ο ρυθμός μειώνεται, οι τιμές δεν υποχωρούν απαραίτητα στα προηγούμενα επίπεδα.

Έτσι, ένα νοικοκυριό μπορεί να αντιμετωπίζει μικρότερες νέες αυξήσεις, αλλά να συνεχίζει να πληρώνει σημαντικά ακριβότερα προϊόντα και υπηρεσίες σε σχέση με το παρελθόν.

Η δύσκολη ισορροπία για την οικονομία

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης.

Από τη μία πλευρά, οι υψηλότερες ονομαστικές τιμές μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αυξήσουν τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ. Από την άλλη, η ίδια η ακρίβεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό της κατανάλωσης.

Το αποτέλεσμα για τα δημόσια έσοδα δεν είναι επομένως αυτόματο. Εξαρτάται από το πώς αντιδρούν οι καταναλωτές στις αυξήσεις των τιμών, από την πορεία της οικονομίας και από μια σειρά άλλων δημοσιονομικών παραγόντων.

Το πραγματικό ερώτημα

Το ενδιαφέρον πλέον μεταφέρεται στο πώς θα αξιοποιηθεί το δημοσιονομικό περιθώριο που δημιουργείται από την καλύτερη του αναμενομένου πορεία των εσόδων.

Το ερώτημα για τα νοικοκυριά δεν είναι μόνο αν οι υψηλότερες τιμές μπορούν να αυξήσουν τις ονομαστικές φορολογικές εισπράξεις. Είναι κατά πόσο η δημοσιονομική υπέρβαση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικές που θα περιορίσουν την επιβάρυνση των πολιτών — είτε μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων είτε μέσω στοχευμένων μέτρων στήριξης.

Γιατί, ακόμη και όταν ο πληθωρισμός υποχωρεί, η πραγματικότητα στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και στην αντλία παραμένει το βασικό μέτρο της πίεσης που αισθάνεται κάθε οικογένεια.

Πηγές: Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Eurostat και διαθέσιμα στοιχεία αγοράς καυσίμων.