Για αιώνες, η εικόνα του Αμαζονίου ως μιας σχεδόν ανέγγιχτης από τον άνθρωπο τροπικής ζούγκλας επηρέασε σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιλαμβάνονταν την προκολομβιανή ιστορία της περιοχής. Μια νέα μελέτη στο Nature, βασισμένη σε αερομεταφερόμενες σαρώσεις LiDAR, έρχεται να προσθέσει νέα στοιχεία για την έκταση και την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων κοινωνιών που έζησαν στη νοτιοδυτική Αμαζονία.
Οι ερευνητές χαρτογράφησαν εκατοντάδες χωμάτινες κατασκευές κρυμμένες κάτω από την πυκνή βλάστηση και εκτιμούν ότι στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να υπάρχουν 24.000 έως 30.000 τέτοιες κατασκευές. Η έρευνα διευρύνει επίσης σημαντικά την εκτιμώμενη έκταση του πολιτισμικού χώρου της Aquiry και οδηγεί σε νέα εκτίμηση για τον πληθυσμό της περιοχής κατά την περίοδο ακμής της.
Ένας κόσμος κρυμμένος κάτω από το δάσος
Η ερευνητική ομάδα χρησιμοποίησε αερομεταφερόμενη τεχνολογία LiDAR στις πολιτείες Acre και Amazonas της Βραζιλίας. Οι σαρώσεις πραγματοποιήθηκαν το 2024, με πτήσεις συνολικού μήκους περίπου 4.430 χιλιομέτρων, καλύπτοντας έκταση 4.497 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Το LiDAR επιτρέπει στους ερευνητές να καταγράψουν την επιφάνεια του εδάφους ακόμη και όταν αυτή καλύπτεται από πυκνή βλάστηση. Έτσι μπορούν να εντοπίσουν μορφολογικά ίχνη κατασκευών που είναι δύσκολο ή αδύνατο να διακριθούν στις συμβατικές δορυφορικές εικόνες.
Στις νέες σαρώσεις εντοπίστηκαν 432 χωμάτινες κατασκευές, από τις οποίες μόλις 36 ήταν ήδη γνωστές. Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με προηγούμενες έρευνες, οδήγησαν τους επιστήμονες στην εκτίμηση ότι η ευρύτερη περιοχή μπορεί να περιλαμβάνει περίπου 24.000 έως 30.000 χωμάτινες κατασκευές. Πρόκειται για στατιστική εκτίμηση και όχι για άμεση καταμέτρηση όλων των μνημείων.
Οι κατασκευές περιλαμβάνουν γεωμετρικά περιβλήματα με τάφρους και αναχώματα, καθώς και άλλες μορφές χωμάτινων έργων. Ορισμένα από τα γνωστά γεωγλυφικά έχουν κυκλικά, τετράγωνα ή πιο σύνθετα γεωμετρικά σχήματα.
Η Aquiry και η οργάνωση του τοπίου
Οι ερευνητές συνδέουν μεγάλο μέρος αυτών των μνημείων με την Aquiry, έναν σύνθετο πολιτισμικό σχηματισμό της νοτιοδυτικής Αμαζονίας. Οι γεωμετρικές χωμάτινες κατασκευές της περιοχής είναι γνωστές εδώ και δεκαετίες, όμως οι προηγούμενες έρευνες βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε περιοχές όπου το δάσος είχε ήδη απομακρυνθεί.
Η νέα τεχνολογία αποκάλυψε ότι σημαντικό μέρος των αρχαιολογικών καταλοίπων παρέμενε κρυμμένο κάτω από την πυκνή βλάστηση.
Η μελέτη αναφέρει ότι οι γεωμετρικές κατασκευές άρχισαν να δημιουργούνται περισσότερο από 2.500 χρόνια πριν. Οι ραδιοχρονολογήσεις δείχνουν ότι τα γνωστά γεωγλυφικά εκτείνονται χρονολογικά περίπου από το 600 π.Χ. έως το 850 μ.Χ., ενώ άλλες χωμάτινες κατασκευές της περιοχής είναι μεταγενέστερες.
Οι κατασκευές δεν φαίνεται να ήταν κυρίως μόνιμοι οικισμοί ή αμυντικά έργα. Τα στοιχεία παραπέμπουν περισσότερο σε χώρους συγκέντρωσης με τελετουργικό και κοινωνικό ρόλο, οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους και με το ευρύτερο τοπίο.
Η γεωργία και η διαχείριση του δάσους
Η γεωργία αποτελεί σημαντικό μέρος της εικόνας που προκύπτει από την αρχαιολογική έρευνα. Στην περιοχή υπάρχουν στοιχεία για την καλλιέργεια καλαμποκιού και κολοκύθας, ενώ οι ερευνητές αναφέρουν ως πιθανές καλλιέργειες τη μανιόκα, τη γλυκοπατάτα, τις πιπεριές, τα φασόλια και τα αράπικα φιστίκια.
Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κάτοικοι διαχειρίζονταν ενεργά το δάσος και τους λεγόμενους δασικούς κήπους. Είδη όπως η καρυδιά της Βραζιλίας και διάφοροι εδώδιμοι φοίνικες εμφανίζονται σε συνδυασμό με αρχαιολογικούς χώρους, γεγονός που συνδέεται με μακροχρόνιες πρακτικές διαχείρισης και φύτευσης.
Οι ίδιοι οι ερευνητές περιγράφουν τις κοινότητες που δημιούργησαν τα γεωγλυφικά ως ενεργούς διαχειριστές της γης, του νερού και των δασικών κήπων. Επομένως, η εικόνα που προκύπτει δεν είναι ενός πληθυσμού που απλώς κατοικούσε μέσα σε ένα ανέγγιχτο δάσος, αλλά μιας κοινωνίας που αλληλεπιδρούσε ενεργά με το περιβάλλον της.
Εκατομμύρια άνθρωποι;
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά συμπεράσματα της μελέτης αφορά τον πιθανό πληθυσμό.
Με βάση τα αρχαιολογικά δεδομένα, τις σαρώσεις LiDAR, τις προηγούμενες δορυφορικές έρευνες και άλλα στοιχεία, οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο πληθυσμός της Aquiry στην περίοδο 100–300 μ.Χ. μπορεί να έφτανε μεταξύ 1,25 και 3 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η εκτίμηση είναι μοντελοποιημένη και συνοδεύεται από σημαντικές αβεβαιότητες. Δεν πρόκειται για καταμέτρηση του πληθυσμού, αλλά για υπολογισμό που βασίζεται στην έκταση και την πυκνότητα των αρχαιολογικών κατασκευών, καθώς και σε άλλα αρχαιολογικά και εθνογραφικά δεδομένα.
Η μελέτη εκτιμά επίσης ότι η περιοχή που συνδέεται με την Aquiry καταλαμβάνει περίπου 183.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, σχεδόν τριπλάσια έκταση από προηγούμενες εκτιμήσεις. Περίπου τα δύο τρίτα των συνολικά εκτιμώμενων χωμάτινων κατασκευών θεωρείται ότι ανήκουν στην περίοδο της Aquiry.
Μια διαφορετική εικόνα για τον αρχαίο Αμαζόνιο
Η σημασία των ευρημάτων δεν περιορίζεται στον εντοπισμό νέων αρχαιολογικών χώρων. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι, εάν παρόμοια πυκνότητα αρχαιολογικών καταλοίπων εντοπιστεί και σε άλλες περιοχές του Αμαζονίου, θα χρειαστεί να επανεξεταστούν οι εκτιμήσεις για τον προκολομβιανό πληθυσμό της περιοχής και για την επίδραση που είχαν οι ανθρώπινες κοινωνίες στη σημερινή δομή των εδαφών, των δασών και της βιοποικιλότητας.
Με άλλα λόγια, το δάσος που βλέπουμε σήμερα δεν είναι απαραίτητα αποκλειστικά αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών. Σε ορισμένες περιοχές, η σημερινή εικόνα του Αμαζονίου μπορεί να αποτελεί, τουλάχιστον εν μέρει, κληρονομιά χιλιάδων ετών ανθρώπινης διαχείρισης.
Και με το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής να μην έχει ακόμη ερευνηθεί με αντίστοιχης ακρίβειας τεχνολογίες, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πολλά ακόμη αρχαιολογικά ίχνη μπορεί να παραμένουν κρυμμένα κάτω από την πυκνή βλάστηση.
