Στις 18 Μαρτίου 2026, η Διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών (DNI) των ΗΠΑ Τουλσί Γκάμπαρντ κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας σε ακρόαση για παγκόσμιες απειλές, παρέχοντας την πρώτη δημόσια ενημέρωση της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών (IC) από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου 2026.
Σύμφωνα με την Γκάμπαρντ, το ιρανικό καθεστώς «φαίνεται να παραμένει άθικτο, αλλά σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωμένο» λόγω των επιθέσεων κατά της ηγεσίας και των στρατιωτικών του δυνατοτήτων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. «Η στρατηγική θέση του Ιράν έχει υποστεί σημαντική υποβάθμιση», τόνισε, προσθέτοντας ότι οι συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες προβολής ισχύος έχουν «σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί», αφήνοντας περιορισμένες επιλογές στο καθεστώς.
Η ακρόαση, που διήρκεσε πάνω από δύο ώρες και περιλάμβανε τους επικεφαλής της CIA (Τζον Ράτκλιφ), του FBI, της NSA και της DIA, επικεντρώθηκε στις συνέπειες του συνεχιζόμενου πολέμου, ο οποίος ξεκίνησε ως κλιμάκωση από προηγούμενες εντάσεις και πλήγματα. Η Γκάμπαρντ ανέφερε ότι η κοινότητα πληροφοριών προέβλεπε προβλήματα στο Στενό του Ορμούζ – κρίσιμο πέρασμα για τη μεταφορά πετρελαίου – και ότι το Πεντάγωνο είχε λάβει προληπτικά μέτρα προστασίας δυνάμεων, καθώς το Ιράν έχει ουσιαστικά κλείσει το στενό από την έναρξη του πολέμου.
Σε ερωτήσεις Δημοκρατικών γερουσιαστών, όπως ο Τζον Όσοφ και ο Μαρκ Γουόρνερ, η Γκάμπαρντ απέφυγε να χαρακτηρίσει το Ιράν ως «άμεση απειλή» (imminent threat), δηλώνοντας ότι «μόνο ο Πρόεδρος μπορεί να καθορίσει τι συνιστά άμεση απειλή». Αυτό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει δικαιολογήσει τις επιθέσεις με τον ισχυρισμό ότι το Ιράν ανέπτυσσε πυρηνικά όπλα που απειλούσαν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Η Γκάμπαρντ ανέφερε ότι οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις έχουν «σε μεγάλο βαθμό καταστρέψει» τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και ότι η χώρα προσπαθεί να ανακάμψει από τις ζημιές στο πυρηνικό της πρόγραμμα, αρνούμενη να συμμορφωθεί με τις πυρηνικές της υποχρεώσεις. Στα γραπτά της σχόλια ανέφερε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα εμπλουτισμού «εξαλείφθηκε» από προηγούμενες επιθέσεις (συμπεριλαμβανομένων αυτών του Ιουνίου 2025, γνωστών ως «12-Day War»), χωρίς προσπάθειες ανακατασκευής – δήλωση που παρέλειψε να διαβάσει προφορικά, επικαλούμενη έλλειψη χρόνου, κάτι που σχολιάστηκε επικριτικά από γερουσιαστές.
Η παραίτηση του διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας Τζο Κεντ την προηγούμενη ημέρα (17 Μαρτίου) πρόσθεσε ένταση: ο Κεντ, υποστηρικτής του Τραμπ, δήλωσε ότι το Ιράν «δεν αποτελούσε άμεση απειλή» και ότι ο πόλεμος ξεκίνησε «υπό πίεση από το Ισραήλ». Ο Ράτκλιφ της CIA διαφώνησε, χαρακτηρίζοντας το Ιράν «σταθερή απειλή» για τις ΗΠΑ.
Η κατάθεση της Γκάμπαρντ υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα της κατάστασης: το ιρανικό καθεστώς επιβιώνει αλλά έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα, ενώ η οικονομική επιδείνωση μπορεί να αυξήσει εσωτερικές εντάσεις. Παράλληλα, το Ιράν διατηρεί ικανότητα να πλήξει αμερικανικά και συμμαχικά συμφέροντα μέσω πληρεξουσίων. Ο πόλεμος συνεχίζει να προκαλεί παγκόσμιες αναταράξεις στις τιμές ενέργειας και την ασφάλεια, με ερωτήματα για την εμπλοκή των πληροφοριών στην απόφαση του Προέδρου Τραμπ να εμπλακούν οι ΗΠΑ.
Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής κρίσης, η δήλωση της Γκάμπαρντ δείχνει ότι, παρόλο που το Ιράν έχει αποδυναμωθεί στρατιωτικά, η απειλή δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως – και η πολιτική συζήτηση στις ΗΠΑ για τον πόλεμο μόλις αρχίζει.
