Έξι χρόνια μετά τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέλεξε και πάλι να γιορτάσει δημόσια, μιλώντας για «86 χρόνια νοσταλγίας» που τελείωσαν και για «επιστροφή στην αυθεντική ταυτότητα» του ναού. Πρόκειται για μια διατύπωση που δεν είναι απλώς επικοινωνιακή επιλογή· είναι πράξη ιστορικής διαστρέβλωσης, επαναλαμβανόμενη κάθε χρόνο με τον ίδιο υπολογισμένο συμβολισμό.
Η «αυθεντική ταυτότητα» ήταν πάντα χριστιανική
Η Αγία Σοφία χτίστηκε το 537 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό ως ο μεγαλύτερος ναός της χριστιανοσύνης, καρδιά της Ορθοδοξίας και έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου για εννέα ολόκληρους αιώνες πριν από την άλωση της Πόλης το 1453. Όταν ο Ερντογάν μιλά για «επιστροφή στην αυθεντική ταυτότητα», αντιστρέφει προκλητικά την ιστορία: η αυθεντική ταυτότητα του μνημείου είναι ελληνορθόδοξη και βυζαντινή. Η μετατροπή του σε τζαμί το 1453 δεν ήταν «αποκατάσταση» τίποτα — ήταν συνέπεια στρατιωτικής κατάκτησης, μια πράξη επιβολής πάνω στον ηττημένο.
Το να ονομάζει κανείς εννέα αιώνες χριστιανικής λατρείας «απόκλιση» και πέντε αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας «αυθεντικότητα» δεν είναι ιστορική ανάλυση· είναι ιδεολογική αναθεώρηση στην υπηρεσία μιας εθνικιστικής και θρησκευτικής αφήγησης.
Η Αγία Σοφία ως μουσείο και η απόφαση Ερντογάν
Η απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ το 1934 να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε μουσείο ήταν μια συνειδητή χειρονομία που αναγνώριζε το μνημείο ως κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας, προσβάσιμη πέρα από θρησκευτικές διαχωριστικές γραμμές. Η επιλογή της λέξης «hicran» — λαχτάρα, νοσταλγία, σχεδόν εξορία — για να περιγράψει αυτά τα 86 χρόνια αποκαλύπτει τον πραγματικό στόχο της σημερινής πολιτικής: όχι απλώς θρησκευτική αποκατάσταση, αλλά διαγραφή μιας περιόδου κατά την οποία η Αγία Σοφία ανήκε συμβολικά σε όλους.
Ένα μήνυμα ισχύος, όχι πίστης
Όταν το 2020 ανακοινώθηκε η επαναμετατροπή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο μίλησε για πλήγμα σε όλη τη χριστιανοσύνη, η UNESCO εξέφρασε βαθιά λύπη ως θεματοφύλακας μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς, και η ελληνική κυβέρνηση κατήγγειλε ανοιχτή πρόκληση κατά της πολιτισμικής κληρονομιάς του κόσμου. Έξι χρόνια μετά, οι ετήσιες αναρτήσεις του Ερντογάν με θρησκευτικό λεξιλόγιο («ευλογημένος», «ιερός») δεν απευθύνονται πραγματικά σε πιστούς — απευθύνονται σε ένα εσωτερικό ακροατήριο, εν μέσω μόνιμα τεταμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων, και λειτουργούν ως ετήσια υπενθύμιση ισχύος προς την Ελλάδα και τον ορθόδοξο κόσμο.
Η Αγία Σοφία ως πληγή που κρατά ανοιχτή
Για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, η Αγία Σοφία δεν είναι απλώς πέτρα και ψηφιδωτό. Είναι το πιο ζωντανό σύμβολο της Κωνσταντινούπολης που χάθηκε, της συνέχειας ενός πολιτισμού που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει παρά την απώλεια της έδρας του. Κάθε νέα ανάρτηση σαν κι αυτή δεν είναι αθώα θρησκευτική έκφραση — είναι υπενθύμιση ότι η πληγή του 1453 όχι μόνο δεν επουλώθηκε, αλλά καλλιεργείται εσκεμμένα να παραμένει ανοιχτή, μία φορά τον χρόνο, με πλήρη επίγνωση του συμβολισμού της για όσους θυμούνται τι πραγματικά ήταν, και τι παραμένει, η Αγία Σοφία.

