Γιατί η δυνατότητα ένταξης προσοντούχων ΕΔΙΠ και ΕΕΠ σε θέσεις επίκουρων καθηγητών είναι μια μεταρρύθμιση που χρειάζεται το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Στα ελληνικά πανεπιστήμια υπηρετούν επιστήμονες που διδάσκουν, δημοσιεύουν ερευνητικές εργασίες και καθοδηγούν φοιτητές, χωρίς να ανήκουν στο Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό, τους γνωστούς πανεπιστημιακούς καθηγητές. Είναι μέλη του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού — των ΕΔΙΠ και ΕΕΠ.
Σήμερα διεκδικούν μια συγκεκριμένη δυνατότητα: όσοι διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα να μπορούν, μετά από ακαδημαϊκή κρίση, να ενταχθούν σε προσωποπαγή θέση επίκουρου καθηγητή.
Το ερώτημα είναι απλό: όταν ένας επιστήμονας διαθέτει τα προσόντα της βαθμίδας και επιτελεί αντίστοιχο έργο, γιατί η υπηρεσιακή κατηγορία στην οποία ανήκει να περιορίζει την ακαδημαϊκή του προοπτική; Μήπως πρόκειται για μια βαριά εν τέλει διάκριση. Άνθρωποι που κάνουν ακριβώς το ίδιο έργο και έχουν τα ίδια προσόντα αποκλείονται από την εξέλιξη τους εις βάρος εν τέλει της ίδιας της εξέλιξης του Πανεπιστημίου
Η συζήτηση αφορά ένα σημαντικό μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας. Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης καταγράφει για το 2023–24 συνολικά 2.048 μέλη ΕΔΙΠ και 283 μέλη ΕΕΠ.
Το ακαδημαϊκό τους έργο έχει ήδη νομοθετική αναγνώριση. Το άρθρο 164 του ν. 4957/2022 προβλέπει επιστημονικό και ερευνητικό έργο των ΕΔΙΠ και επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, αυτοδύναμη διδασκαλία και επίβλεψη εργασιών από κατόχους διδακτορικού.
Η δυνατότητα καθηγητικής κρίσης συνδέει αυτή την προσφορά με μια πραγματική προοπτική. Δίνει στον επιστήμονα έναν σαφή στόχο: να αναπτύξει το έργο του, να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα προσόντα και να αξιολογηθεί γι’ αυτά.
Από αυτή τη διαδικασία κερδίζει το ίδιο το πανεπιστήμιο. Η προοπτική εξέλιξης ενισχύει τα κίνητρα για ποιοτική διδασκαλία, έρευνα και επιστημονικές συνεργασίες. Επιτρέπει στα Τμήματα να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα, αξιοποιώντας ανθρώπους που γνωρίζουν άριστα τις υποδομές, το αντικείμενο και τις ανάγκες των φοιτητών τους.
Πρόκειται για ήδη υπηρετούντες και μισθοδοτούμενους επιστήμονες, στην εκπαίδευση και στην εργασία των οποίων το Δημόσιο έχει επενδύσει. Η αξιοποίηση των υφιστάμενων πιστώσεων προσφέρει βάση για τον οικονομικό σχεδιασμό της ρύθμισης και για καλύτερη απόδοση αυτής της δημόσιας επένδυσης. Με απλά λόγια πρόκειται για μια ρύθμιση που αποφέρει χωρίς να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η κατεύθυνση είναι και ευρωπαϊκή. Η σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2024 για τις ακαδημαϊκές σταδιοδρομίες αναγνωρίζει την αξία της διδασκαλίας και ενθαρρύνει τη δυνατότητα μετάβασης μεταξύ ακαδημαϊκών ρόλων.
Η Ελλάδα διαθέτει και δική της νομοθετική εμπειρία: οι νόμοι 2517/1997, 4301/2014 και 5029/2023 προέβλεψαν ειδικές διαδρομές ένταξης ή εξέλιξης συγκεκριμένων κατηγοριών πανεπιστημιακού προσωπικού. Αυτή η εμπειρία μπορεί να αξιοποιηθεί για τη σημερινή ρύθμιση.
Η κυβέρνηση χρειάζεται να καταθέσει τη διάταξη και η Βουλή να την ψηφίσει. Το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει κάθε λόγο να προσφέρει στους προσοντούχους ΕΔΙΠ και ΕΕΠ τη δυνατότητα να εξελιχθούν — και να μετατρέψει τη δική τους πρόοδο σε όφελος για τους φοιτητές, την έρευνα και την κοινωνία.

