Δεν έγινε δεκτή η ένσταση αντισυνταγματικότητας που κατέθεσε το ΠαΣοΚ σχετικά με διατάξεις του νομοσχεδίου του υπουργείου Εσωτερικών που αφορούν αλλαγές στον εκλογικό νόμο και συγκεκριμένα τα άρθρα 54, 56 και 57. Η συζήτηση στη Βουλή συνοδεύτηκε από έντονη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Κατά την τοποθέτησή του, ο βουλευτής του ΠαΣοΚ, Παναγιώτης Δουδωνής, άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «ένα εκλογικό σύστημα κομμένο και ραμμένο για να βγαίνουν αυτοί που θέλει η κυβέρνηση». Σε ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο πρόσθεσε: «θα μπορούσατε να ψηφίσετε μία διάταξη που θα λέει θα έχουμε πάντα πρωθυπουργό Μητσοτάκη, Πρόεδρο της Δημοκρατίας Τασούλα και Δήμαρχο Αθηναίων, Μπακογιάννη».
Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος εξέφρασε επιφυλάξεις για τη συγκεκριμένη ρύθμιση, σημειώνοντας ότι θα ανέμενε αναλυτικότερη αιτιολόγηση για την αναγκαιότητά της. Όπως υποστήριξε, το προτεινόμενο σύστημα ενδέχεται να δημιουργήσει ανισότητες στην αξία της ψήφου, καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο ένας συνδυασμός να συγκεντρώσει συνολικά περισσότερες ψήφους από τους αντιπάλους του αλλά να μη συμμετάσχει στον δεύτερο γύρο. «Υπάρχει κίνδυνος να υπάρχει συνδυασμός που έχει πάρει γενικώς περισσότερες ψήφους απ’ όλους τους συνδυασμούς και να μην είναι στο δεύτερο γύρο. Αυτό είναι στοιχείο αμφισβήτησης δημοκρατικού πολιτεύματος, στοιχείο ακύρωσης της ψήφου, άλλος πρωτεύει και άλλος εκλέγεται -και αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Απαντώντας στις επικρίσεις, ο υπουργός Εσωτερικών Θεόδωρος Λιβάνιος σχολίασε ότι «Η ένσταση θα μπορούσε να έχει τον τίτλο “δεν μας αρέσει το εκλογικό σύστημα άρα είναι αντισυνταγματικό”». Παράλληλα, υποστήριξε ότι το μοντέλο των δύο εκλογικών γύρων έχει πλέον εξαντλήσει τα περιθώριά του, επικαλούμενος τη σημαντική μείωση της συμμετοχής των πολιτών στον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Όπως εξήγησε, σε μεγάλο ποσοστό των εκλογικών τμημάτων καταγράφηκε αισθητά χαμηλότερη προσέλευση τη δεύτερη Κυριακή, γεγονός που, κατά την άποψή του, επηρεάζει τη δημοκρατική νομιμοποίηση των αιρετών αρχών. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το βασικό ζητούμενο δεν είναι η οικονομική εξοικονόμηση από την κατάργηση του δεύτερου γύρου, αλλά η ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών και η ισχυρότερη λαϊκή νομιμοποίηση των δημοτικών και περιφερειακών αρχών.
«Αυτό που έχει πραγματικά μεγάλη σημασία είναι η πραγματική νομιμοποίηση των περιφερειακών και δημοτικών αρχών μέσω της αύξηση της συμμετοχής. Σχεδόν σε κανέναν δήμο τη δεύτερη Κυριακή, σε κανέναν ο νικητής συνδυασμός δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία των εγκύρων ψηφοδελτίων του α’ γύρου», ανέφερε μεταξύ άλλων ο υπουργός, επιχειρηματολογώντας υπέρ των προτεινόμενων αλλαγών.
