Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) εξέδωσε στις 2 Ιουλίου 2026 απόφαση σύμφωνα με την οποία ιδιώτες πολίτες σε κράτη-μέλη της ΕΕ μπορούν να διωχθούν ποινικά για αναδημοσίευση περιεχομένου του ρωσικού καναλιού RT, ακόμη και όταν αυτό γίνεται σε προσωπικούς, μη εμπορικούς ιστότοπους. Η απόφαση, που αφορά την υπόθεση C-67/25, προκάλεσε άμεση και έντονη αντίδραση από τη ρωσική πλευρά.
Η υπόθεση που έφτασε στο Λουξεμβούργο
Η αφορμή για την απόφαση δόθηκε από ποινική δίωξη στη Γερμανία εναντίον τριών Γερμανών πολιτών, οι οποίοι κατηγορούνται ότι αναδημοσίευσαν επανειλημμένα βίντεο του καναλιού RT Deutschland σε δημόσια προσβάσιμο ιστότοπο (blog με τίτλο «Live-Ticker» στην ιστοσελίδα του Traugott Ickeroth). Ο ιστότοπος δεν χρέωνε τους αναγνώστες και χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από εθελοντικές δωρεές.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση μετάδοσης περιεχομένου του RT, που έχει επιβληθεί στο πλαίσιο των κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας, ισχύει και για ιστοτόπους ελεύθερα προσβάσιμους στο κοινό, ανεξαρτήτως αν η δραστηριότητα ασκείται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας ή όχι. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η έννοια του «φορέα εκμετάλλευσης» περιλαμβάνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη διανομή ή την παροχή πρόσβασης σε απαγορευμένο περιεχόμενο. Το δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν έχει σημασία η έκταση ή η διάρκεια της αναμετάδοσης. Βάσει της γερμανικής νομοθεσίας που επικαλείται η απόφαση, οι παραβιάσεις της απαγόρευσης λόγω κυρώσεων μπορούν να επισύρουν ποινή φυλάκισης έως πέντε ετών.
Η αντίδραση της Μόσχας: «Βήμα προς τον ολοκληρωτικό λογοκρισία»
Η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, χαρακτήρισε την απόφαση κατάφωρη παραβίαση από την ΕΕ και τα κράτη-μέλη της των διεθνών υποχρεώσεών τους στον τομέα της προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ελεύθερης πρόσβασης στην πληροφόρηση και της ελευθερίας της έκφρασης.
Σύμφωνα με τη ρωσική εκπρόσωπο, δεν κρίθηκε παράνομο το περιεχόμενο των συγκεκριμένων δημοσιεύσεων αυτών καθαυτών, αλλά αποκλειστικά η προέλευσή τους. Η Ζαχάροβα υποστήριξε ότι οι γερμανικές αρχές αναζήτησαν τη γνωμοδότηση του ΔΕΕ προκειμένου να προσδώσουν επίφαση νομιμότητας σε μια διαδικασία που, κατά την άποψή της, δεν συνάδει με τις αρχές του κράτους δικαίου, ανοίγοντας τον δρόμο για μαζικές διώξεις πολιτών με διαφορετική άποψη από την επίσημη αφήγηση.
Η ρωσική πλευρά κάλεσε τους αρμόδιους πολυμερείς οργανισμούς να αξιολογήσουν την απόφαση, προειδοποιώντας ότι η σιωπή τους θα ερμηνευόταν ως σιωπηρή συναίνεση στην πρακτική αυτή.
Το πλαίσιο: οι κυρώσεις κατά ρωσικών ΜΜΕ
Η Γερμανία είχε ήδη ασκήσει πίεση στο RT πριν από την ενωσιακή απαγόρευση, μέσω προβλημάτων αδειοδότησης, αποκλεισμού από πλατφόρμες, τραπεζικών περιορισμών και κανονιστικών μέτρων. Το ίδιο το RT έχει κατ’ επανάληψη καταγγείλει τους περιορισμούς, υποστηρίζοντας ότι η ΕΕ δεν έχει παρουσιάσει κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα αναληθούς ρεπορτάζ που να δικαιολογεί την απαγόρευση.
Η ΕΕ έχει επιβάλει απαγόρευση μετάδοσης σε αρκετά ρωσικά κρατικά ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένου του RT, στο πλαίσιο των κυρώσεων που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, επικαλούμενη ανάγκη αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης. Βρυξέλλες και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν υποστηρίξει επανειλημμένα ότι τα μέτρα αυτά στοχεύουν στην αντιμετώπιση προπαγανδιστικού περιεχομένου και όχι στον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου γενικότερα, μια θέση που η ρωσική πλευρά αμφισβητεί συστηματικά χαρακτηρίζοντάς την λογοκρισία.
Η απόφαση του ΔΕΕ αναμένεται να έχει ευρύτερες συνέπειες, καθώς διευρύνει ουσιαστικά τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα για παραβίαση των κυρώσεων στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, πέρα από τηλεοπτικούς σταθμούς, πλατφόρμες και παρόχους υπηρεσιών, ώστε να περιλαμβάνει και μεμονωμένους χρήστες του διαδικτύου.
