Σκηνές έντασης καταγράφηκαν κατά την ενδέκατη ημέρα της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών, με αφορμή τη συζήτηση σχετικά με την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και το αίτημα για οπτικοακουστική κάλυψη της διαδικασίας. Το κλίμα οδήγησε σε προσωρινή διακοπή της συνεδρίασης περίπου δύο ώρες μετά την έναρξή της.
Η ένταση προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της αγόρευσης της συνηγόρου συγγενών θυμάτων και τραυματία, Ζωής Κωνσταντοπούλου, όταν έκανε αναφορά στην ομάδα Anubis και στη συμβολή της στον εντοπισμό βιολογικού υλικού θυμάτων της τραγωδίας. Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Χρήστου Βλάχου, πατέρα του Βάιου Βλάχου που έχασε τη ζωή του στο δυστύχημα, ο οποίος αμφισβήτησε δημόσια τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.
«Σιγά μην τα ανακάλυψε η Anubis», φώναξε ο κ. Βλάχος, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει έντονη λεκτική αντιπαράθεση. Στο επεισόδιο συμμετείχαν επίσης μέλη της οικογένειας Βλάχου, καθώς και ο συνήγορός τους, Μιχάλης Καλογήρου. Η κατάσταση οδήγησε το δικαστήριο σε ολιγόλεπτη διακοπή της διαδικασίας.
Μετά την επανεκκίνηση της συνεδρίασης, η πρόεδρος του δικαστηρίου απηύθυνε έκκληση προς όλους τους παριστάμενους να επιδείξουν ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση, υπογραμμίζοντας ότι βασικός στόχος της δίκης είναι η διερεύνηση της αλήθειας. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «Το δικαστήριο δεν θα μπει στην ύβρη ότι κατανοεί, ότι μπορεί να καταλάβει τον πόνο των συγγενών. Όμως το να γίνεται η διαδικασία σε ήρεμους τόνους, επειδή θα ακούσουμε πολλά και από τους κατηγορουμένους, θα ήθελα όσο μπορεί ο καθένας ξεχωριστά να αυτοσυγκρατείται», επισημαίνοντας παράλληλα ότι τέτοιου είδους εντάσεις επηρεάζουν και το ίδιο το δικαστήριο.
Από την πλευρά του, ο Χρήστος Βλάχος ζήτησε συγγνώμη για την αντίδρασή του, λέγοντας: «Θέλω να ζητήσω συγγνώμη απ’ όλους που παραφέρθηκα». Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, σχολιάζοντας το περιστατικό, υποστήριξε ότι «η διαίρεση των συγγενών εξυπηρετεί εκείνους που επιθυμούν και εξαρχής ασχολούνται με το να συγκαλύψουν την υπόθεση».
Η σημερινή συνεδρίαση επικεντρώνεται κυρίως στα αιτήματα που έχουν κατατεθεί για την υποχρεωτική παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο, καθώς και για τη βιντεοσκόπηση και δημόσια μετάδοση της δίκης. Υπέρ και των δύο αιτημάτων τοποθετήθηκε ο δικηγόρος και πατέρας της Μάρθης Ψαροπούλου, Αντώνης Ψαρόπουλος.
Διαφορετική ήταν η θέση του συνηγόρου της οικογένειας Πλακιά, Λεωνίδα Κουμπούρα, ο οποίος δήλωσε θετικός ως προς την αυτοπρόσωπη παρουσία των κατηγορουμένων, αλλά αντίθετος στη μετάδοση της διαδικασίας, εκφράζοντας την άποψη ότι μια τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για πολιτική προβολή συγκεκριμένων προσώπων.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο Μιχάλης Καλογήρου, εκπρόσωπος της οικογένειας Βλάχου, ο οποίος υπογράμμισε πως η φυσική παρουσία των κατηγορουμένων είναι απαραίτητη για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης. Ωστόσο, σχετικά με τη βιντεοσκόπηση της δίκης, σημείωσε ότι η οικογένεια Βλάχου δεν συμφωνεί με τη δημόσια προβολή της διαδικασίας, θεωρώντας πως η έκθεση αυτή μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο ανθρώπους που ήδη βιώνουν μεγάλη ψυχική οδύνη.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Ζωή Κωνσταντοπούλου συνέχισε την επιχειρηματολογία της υπέρ της οπτικοακουστικής κάλυψης και της μετάδοσης της δίκης. Στην αίθουσα βρίσκονται συγγενείς θυμάτων, πολίτες και εκπρόσωποι των εμπλεκόμενων πλευρών, ενώ από τους συνολικά 36 κατηγορουμένους παρόντες είναι τέσσερις.
Την ίδια ώρα, η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας εισηγήθηκε την απόρριψη τόσο του αιτήματος για οπτικοακουστική κάλυψη και αναμετάδοση της δίκης όσο και του αιτήματος για υποχρεωτική αυτοπρόσωπη παρουσία όλων των κατηγορουμένων.
Αναφερόμενη στο ζήτημα της μετάδοσης της δίκης, απάντησε στους ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας του νόμου 3090/2002, ο οποίος απαγορεύει την αναμετάδοση δικαστικών διαδικασιών μέσω τηλεόρασης, ραδιοφώνου και άλλων τεχνολογικών μέσων. Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, η συγκεκριμένη διάταξη είναι απολύτως συμβατή με το Σύνταγμα, καθώς προστατεύει τόσο το τεκμήριο αθωότητας όσο και την ορθή διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας. Παράλληλα, έγινε αναφορά και στις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που απαγορεύουν την επικοινωνία των μαρτύρων μεταξύ τους και την ενημέρωσή τους για όσα κατατίθενται στο ακροατήριο.
Σε ό,τι αφορά την αυτοπρόσωπη παρουσία των κατηγορουμένων, η εισαγγελέας εκτίμησε ότι στο παρόν στάδιο της διαδικασίας δεν κρίνεται αναγκαία, προτείνοντας την απόρριψη του σχετικού αιτήματος. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει την παρουσία τους, εφόσον αυτό κριθεί χρήσιμο ως αποδεικτικό μέσο και συμβάλει στην αναζήτηση της αλήθειας.
Μετά την εισαγγελική πρόταση, τον λόγο λαμβάνουν οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων, οι οποίοι τοποθετούνται επί των συγκεκριμένων αιτημάτων.
Δείτε το σχετικό ρεπορτάζ του OPEN:

