#image_title

Γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων: Τι δείχνει νέα έρευνα για τη μνήμη και τη γνωστική υγεία

User avatar placeholder
Written by NewsOk Team

18 Ιουλίου 2026

Δημοφιλή υποκατάστατα ζάχαρης που καταναλώνονται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους ενδέχεται να μην είναι τόσο αθώα όσο θεωρούνταν, σύμφωνα με μεγάλη επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Neurology, το επίσημο ιατρικό έντυπο της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (American Academy of Neurology).

Τι εξέτασε η μελέτη

Οι ερευνητές παρακολούθησαν σχεδόν 13.000 ενήλικες, με μέση ηλικία τα 52 έτη, για διάστημα περίπου οκτώ ετών. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια διατροφικών συνηθειών και υποβλήθηκαν σε τεστ γνωστικής λειτουργίας στην αρχή, στη μέση και στο τέλος της μελέτης, με τα τεστ να αξιολογούν μνήμη, λεκτική ευχέρεια, ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και εργαζόμενη μνήμη. Η έρευνα εξέτασε επτά ευρέως διαδεδομένα γλυκαντικά χαμηλής ή μηδενικής θερμιδικής αξίας: ασπαρτάμη, σακχαρίνη, ακεσουλφάμη-Κ, ερυθριτόλη, ξυλιτόλη, σορβιτόλη και ταγατόζη — ουσίες που βρίσκονται κυρίως σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα όπως αναψυκτικά, αρωματισμένα νερά, ενεργειακά ποτά, γιαούρτια και επιδόρπια χαμηλών θερμίδων, αλλά και ως αυτόνομα επιτραπέζια γλυκαντικά.

Τα βασικά ευρήματα

Οι συμμετέχοντες με τη μεγαλύτερη συνολική κατανάλωση γλυκαντικών —περίπου 191 χιλιοστόγραμμα ημερησίως, ποσότητα αντίστοιχη μ’ ένα κουτάκι αναψυκτικού τύπου “light”— εμφάνισαν 62% ταχύτερη πτώση των γνωστικών και μνημονικών τους ικανοτήτων σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν τη μικρότερη ποσότητα, περίπου 20 χιλιοστόγραμμα την ημέρα. Η διαφορά αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 1,6 επιπλέον χρόνια γήρανσης του εγκεφάλου. Όσοι βρίσκονταν στη μεσαία ζώνη κατανάλωσης, με μέσο όρο 66 χιλιοστόγραμμα ημερησίως, παρουσίασαν 35% ταχύτερη πτώση, ισοδύναμη με 1,3 έτη πρόσθετης γήρανσης.

Η σύνδεση ήταν ιδιαίτερα ισχυρή σε δύο ομάδες: στους ενήλικες κάτω των 60 ετών, οι οποίοι εμφάνισαν ταχύτερη πτώση στη λεκτική ευχέρεια και τη συνολική γνωστική λειτουργία, ενώ δεν εντοπίστηκε αντίστοιχη σχέση σε άτομα άνω των 60 ετών· και στα άτομα με διαβήτη, στα οποία η σχέση κατανάλωσης γλυκαντικών και γνωστικής έκπτωσης ήταν εντονότερη σε σχέση με τους μη διαβητικούς συμμετέχοντες. Σε επίπεδο επιμέρους ουσιών, η κατανάλωση ασπαρτάμης, σακχαρίνης, ακεσουλφάμης-Κ, ερυθριτόλης, σορβιτόλης και ξυλιτόλης συσχετίστηκε με ταχύτερη γνωστική έκπτωση, κυρίως στη μνήμη. Αντίθετα, δεν βρέθηκε καμία σύνδεση για την ταγατόζη.

Η επιφύλαξη των ίδιων των ερευνητών

Η επικεφαλής ερευνήτρια της μελέτης, Dr. Claudia Kimie Suemoto, τόνισε ρητά τον παρατηρησιακό χαρακτήρα της έρευνας, διευκρινίζοντας ότι τα ευρήματα δείχνουν συσχέτιση και όχι αιτιώδη σχέση ανάμεσα στα γλυκαντικά και τη γνωστική έκπτωση. Η ίδια επεσήμανε ότι, παρότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα γλυκαντικά προκαλούν το πρόβλημα, τα δεδομένα δείχνουν σαφώς ότι συνδέονται με χειρότερη γνωστική πορεία στον χρόνο. Οι ερευνητές διευκρίνισαν επίσης ότι το εύρημα παρέμεινε σταθερό ακόμη κι όταν στατιστικά αφαιρέθηκε η επίδραση άλλων σημαντικών παραγόντων υγείας που μπορούν να επηρεάσουν τη γνωστική λειτουργία.

Από την πλευρά της, η Διεθνής Ένωση Γλυκαντικών (International Sweeteners Association) επισήμανε ότι η μελέτη δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα, στάση αναμενόμενη δεδομένου του ρόλου του φορέα.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη

Η μελέτη, που αρχικά δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 και επανήλθε στην επικαιρότητα μέσω νέας κάλυψης της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, δεν αποδεικνύει ότι τα γλυκαντικά «βλάπτουν» τον εγκέφαλο, αλλά προσθέτεται σε ένα αυξανόμενο σώμα ερευνών που εξετάζουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των υποκατάστατων ζάχαρης στην υγεία. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες, ιδανικά τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για το αν και κατά πόσο τα συγκεκριμένα γλυκαντικά ευθύνονται άμεσα για την ταχύτερη γνωστική γήρανση που καταγράφηκε.