Ένα γερμανικό δικαστήριο καταδίκασε σήμερα, Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026, έναν 39χρονο Αμερικανό πολίτη σε φυλάκιση δύο ετών και οκτώ μηνών για απόπειρα κατασκοπείας υπέρ της Κίνας. Ο κατηγορούμενος, ταυτοποιημένος μόνο ως Martin D. σύμφωνα με τους γερμανικούς νόμους περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, κρίθηκε ένοχος από το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο (Oberlandesgericht) του Κόμπλεντς για «δηλώσεις προθυμίας παροχής πληροφοριών σε ξένη υπηρεσία πληροφοριών σε ιδιαίτερα σοβαρή περίπτωση».
Ο Martin D. εργάστηκε από το 2017 έως την άνοιξη του 2023 ως πολιτικός εργολάβος (civilian contractor) για το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης υπηρεσίας σε μη κατονομαζόμενη αμερικανική στρατιωτική βάση στη Γερμανία (πιθανότατα στην Έσση) από το 2020 και μετά. Το καλοκαίρι του 2024, σύμφωνα με την κατηγορία, ήρθε κατ’ επανάληψη σε επαφή με κινεζικές κυβερνητικές υπηρεσίες και προσέφερε να μεταβιβάσει ευαίσθητες αμερικανικές στρατιωτικές πληροφορίες σε κινεζική υπηρεσία πληροφοριών.
Η σύλληψή του έγινε στις 7 Νοεμβρίου 2024 στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, πριν υπάρξει οποιαδήποτε πραγματική διαρροή δεδομένων. Η δίκη διεξήχθη εν μέρει κεκλεισμένων των θυρών λόγω ευαίσθητων θεμάτων εθνικής ασφάλειας.
Κίνητρο και Υπεράσπιση
Σύμφωνα με το δικαστήριο, το κίνητρο του κατηγορουμένου ήταν προσωπική διαμάχη με τον αμερικανικό στρατό και τον εργοδότη του, συμπεριλαμβανομένων καταγγελιών για υποτιθέμενη απάτη τιμολόγησης. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε αναφέρει τα ζητήματα αυτά στον εργοδότη και στις αμερικανικές αρχές, αλλά όταν ένιωσε ότι δεν τον άκουγαν, προχώρησε σε περαιτέρω ενέργειες. Οι κινεζικές αρχές, σύμφωνα με την υπεράσπιση, δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αυξημένων ανησυχιών στη Γερμανία για κινεζική κατασκοπεία, με πολλαπλές συλλήψεις και δίκες τα τελευταία χρόνια. Παρόμοιες υποθέσεις αφορούν τόσο Ρώσους όσο και Κινέζους πράκτορες, αλλά και Ευρωπαίους πολίτες που στρατολογήθηκαν.
Η απόφαση του δικαστηρίου του Κόμπλεντς έρχεται μετά από δίκη που ξεκίνησε τον Νοέμβριο 2025, με τις κατηγορίες να έχουν ασκηθεί τον Αύγουστο 2025. Η ποινή θεωρείται σχετικά ήπια, δεδομένου ότι δεν υπήρξε πραγματική μεταφορά πληροφοριών και η υπόθεση αφορούσε μόνο «δήλωση προθυμίας» (Versuch). Ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει έφεση.
Η υπόθεση υπογραμμίζει τις εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και τις ανησυχίες για διαρροές σε ευρωπαϊκό έδαφος, ιδιαίτερα σε βάσεις του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.
